© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

31.7.07

Το "Ναυάγιο" της Ζακύνθου, ομορφιά αναγνωρίσιμη παγκοσμίως








Το ΝΑΥΑΓΙΟ στη Ζάκυνθο είναι ένας τόπος πολυδιαφημισμένος παγκόσμια κι εκφράζει ομορφιά που δύσκολα μπορεί κανείς να συναντήσει, αν και την Ομορφιά την αντλεί κανείς πρώτα από μέσα του και μετά την καθρεπτίζει στο περιβάλλον του. Αν δεν έπασχε ο εντός μας άνθρωπος, δεν θα έπασχε και το οικοσύστημα που μάς περιβάλλει.
Παρ' όλ' αυτά, το λεγόμενο "Ναυάγιο" είναι τόπος ευφρόσυνος και αξίζει να διαφυλαχθεί παντοιοτρόπως και απ' όλους τους εμπλεκόμενους φορείς.
Προς το παρόν, κάντε μια ξενάγηση στο παραπάνω λεύκωμα φωτογραφιών, που τραβήξαμε για τους φίλους του Ιστολογίου μας.

30.7.07

Ένα σημαντικό δίτομο έργο για τις "Υδάτινες σχέσεις"

Μια σπουδαία στιγμή της εν γένει προβληματικής για το αγαθό εν ανεπαρκεία που ονομάζουμε ΝΕΡΟ, αποτελεί το δίτομο έργο ΥΔΑΤΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ, που επιμελήθηκε ο Κώστας Σουέρεφ και κυκλοφόρησε, ο μεν πρώτος τόμος το 2000 (Το νερό ως πηγή ζωής κατά την αρχαιότητα), ο δε δεύτερος το 2003 (Το νερό ως πηγή ζωής και έμπνευσης) από τις Εκδόσεις University Studio Press της Θεσσαλονίκης.
Σε αυτή την προσπάθεια, στην έκθεση "Εμπνεύσεις του Νερού" και στη σχετική Ημερίδα που προηγήθηκαν, συνεργάστηκε με τον δικό του ποιητικό τρόπο ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας.
Αντιγράφουμε τα κατατοπιστικά σημειώματα από τα οπισθόφυλλα των εκδόσεων:

1

Ο τόμος αυτός περιλαμβάνει: α) τη συμβολή ειδικών επιστημόνων σε θέματα διαχείρισης και λειτουργίας του νερού κατά την αρχαιότητα, β) ένα εικονογραφημένο λεύκωμα με υδάτινες παρουσίες από διαφορετικούς τόπους και χρόνους.
Η έκδοση σκοπεύει να φέρει το αναγνωστικό κοινό κοντά σε ζητήματα για τα νοήματα του γλυκού νερού και τις σχέσεις που αναπτύχθηκαν με αυτό στον αρχαίο κόσμο. Παράλληλα, με το ενσωματωμένο στον τόμο λεύκωμα προτείνονται εκδοχές της αισθητικής και ευρύτερα ιδεολογικής αξιοποίησης του νερού σε ποικίλους καιρούς και χώρους, με όχημα περιπλάνησης την εικόνα.
Το "αθάνατο νερό" συνιστά το κεντρικό θέμα των Ευρωπαϊκών Ημερών Πολιτιστικής Κληρονομιάς που διοργανώνει το Συμβούλιο της Ευρώπης και το Υπουργείο Πολιτισμού στην Ελλάδα για το 1999 και το 2000.
Το ΝΕΡΟ, πλανητική φυσική δύναμη, οικουμενικό αγαθό, διεθνής οικονομικός και πολιτικός παράγοντας, πρωταγωνιστεί στα οράματα ειρήνης των κοινωνιών και στις παγκόσμιες διασκέψεις για την αντιμετώπιση βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων κρίσιμων προβλημάτων.

2

Ο τόμος "Υδάτινες Σχέσεις 2" αποτελεί τον καρπό συνεργασίας ανάμεσα στους αρχαιολόγους Αστέριο Λιούτα και Ευάγγελο Α. Παπαθανασίου, τη φιλόλογο Δήμητρα Μήττα, τους αρχιτέκτονες Αναστασία Π. Βαλαβανίδου και Όλγα Δεληγιάννη, την επίκουρο καθηγήτρια του Τμήματος Χημείας του Α.Π.Θ. Ευαγγελία Α. Βαρελλά, τον ζωγράφο Λάζαρο Σπύρου και τους ποιητές Ορέστη Αλεξάκη και π. Παναγιώτη Καποδίστρια.
Η έκδοση έχει στόχο να συνεισφέρει στην ευαισθητοποίηση του κοινού απέναντι στη διαχρονική σημασία του νερού και την πλανητική ανάγκη περαιτέρω εκτίμησής του. Με το περιεχόμενο έξι επιστημονικών κειμένων, μιας εικαστικής παρέμβασης και του υλικού μιας έκθεσης επιχειρείται να παραμείνουν ζωντανοί και να διευρυνθούν:
α) οι διάλογοι για το αρχαίο και το νέο,
β) ο επαναπροσδιορισμός της θέσης μας απέναντι στο υγρό στοιχείο,
γ) η αναγνώριση όψεων της συλλογικής μνήμης σε σχέση με το νερό και
δ) η ανάδειξη της καθημερινότητας του ύδατος σε κυρίαρχο ενδιαφέρον για τη διαχείρισή του και για τη γοητεία της έμπνευσης που αυτό προκαλεί.
Το πολυτιμότατο αγαθό του Νερού απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις για να τύχει οικουμενικής προστασίας και για να παραμείνει προσβάσιμο από τους ανθρώπους.

27.7.07

Η επίσκεψη του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου Α΄ στον «ναό της φύσης» των Στροφάδων Νήσων



Γράφει ο π. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ

Από τις 22 μέχρι τις 25 Αυγούστου 2003 ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος Α΄ επισκέφτηκε τη Ζάκυνθο, προσκαλεσμένος του Μητροπολίτη Ζακύνθου κ. Χρυσοστόμου, για τη θερινή γιορτή του πολιούχου του νησιού Αγίου Διονυσίου. Το πρωί της τελευταίας ημέρας της ιστορικής αυτής παραμονής του στο νησί μετέβη στα Στροφάδια. Τα νησάκια αυτά κείνται νότια της Ζακύνθου, 37 ναυτικά μίλια από το λιμάνι, 22 ν.μ. από το Ακρωτήριο Γέρακας.
Πρόκειται για έναν έρημο από τη βουή και τους κάθε λογής ρύπους των ανθρώπων και του πολιτισμού τους Τόπο, όπου πάντως κυριαρχεί η ησυχία μιας φυσικής Ομορφιάς, που πολύ δύσκολα περιγράφεται με λόγια. Μόνο βιώνεται!
Τα δυο αυτά παραδείσια νησιά στη νοτιοδυτική γωνιά του ελληνικού χάρτη αποτελούν πλέον αναπόσπαστο τμήμα του Εθνικού Θαλάσσιου Πάρκου Ζακύνθου και «στέφονται» από το παλαίφατο Καστρομονάστηρο των Παλαιολόγων, κτίσμα του 13ου αιώνα. Μοναδικός κάτοικος σήμερα, δίχως μάλιστα διάθεση επιστροφής στον κόσμο, ένας ταπεινός και ανύστακτος ασκητής, ο Ζακύνθιος Ιερομόναχος Γρηγόριος Κλάδης, με πιστότατους και οικείους συμπαραστάτες τον λόγγο, τα πετεινά του ουρανού, τον σκύλο, τα ζωντανά του, αλλά και (γιατί όχι;) τις πάλαι ποτέ ακοές πλήθους οσιακών μορφών, που μπορεί ν' ανήκουν όλοι τους πια στην Αιωνιότητα, μα με τον τρόπο τους συνεχίζουν ακόμη να διαρκούν, κυκλοφορώντας μυστικά στον πολυαγαπημένο τους τόπο, εκεί ακριβώς όπου αφιέρωσαν νιάτα, μόχθο, ιδρώτα, δάκρυ, αίμα, ζωή ολόκληρη κι έτσι συσσωματώθηκαν οργανικά με το τοπίο στους αιώνες.
Σκοπός του Πατριάρχη Βαρθολομαίου, κατά το ολόφωτο εκείνο κι ευφρόσυνο πρωινό της 25ης Αυγούστου 2003, ήταν αφ' ενός μεν να προσκυνήσει τα ιερά και τα όσια των Στροφάδων, να εισπράξει ευωδίες ευεργετικές απ' τον υπέρκαλο αυτό «ναό της φύσης» (που θάλεγε ο Διονύσιος Σολωμός), αφ' ετέρου δε να τελέσει Αγιασμό για την απαρχή των εργασιών αποκατάστασης του τραυματισμένου σοβαρότατα από τον σεισμό του 1997 Πύργου της Μονής, και ν' ακούσει από τον τότε Πρόεδρο του Εθνικού Θαλάσσιου Πάρκου Καθηγητή κ. Γιάννη Παντή, σκέψεις και απόψεις για το παρόν και κυρίως το μέλλον του ευλογημένου εκείνου τόπου.

Αφού, λοιπόν, άκουσε και είδε ο κ. Βαρθολομαίος, με πολλή συγκίνηση απευθύνθηκε ύστερα στους παρευρισκόμενους επισήμους κι εκδρομείς, καταθέτοντας καίριες παραινέσεις για το παρόν και το μέλλον του Κόσμου μας.
Ακολουθούν οι σχετικές Προσφωνήσεις – Ομιλίες:
1. ΠΡΟΣΦΩΝΗΜΑ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ Β΄

Παναγιώτατε Δέσποτα, Ευλογητέ Πατέρα της υπ’ ουρανόν Ορθοδοξίας,
Τιμία των Ιεραρχών Σύναξη,
Εντιμότατοι άρχοντες,
Κυρίες και Κύριοι,
Σκιρτά «ο χορός, Πατέρων θεοφόρων, μονής της των Στροφάδων», διότι, μετά από τις λειτουργικές και άλλες εκδηλώσεις πανηγυρισμών και πνευματικης ανατάσεως του προηγουμένου τριημέρου εν Ζακύνθω, τα μονωμένα και ξεχασμένα μέχρι πρότινος νησάκια των Στροφάδων και η εν αυτοίς Ιερά Μονή ξαναποκτά την αίγλη της, διότι ο φορέας κι εκφραστής της Οικουμενικής Ορθοδοξίας πατά το πόδι του στον πανίερο αυτό τόπο των Στροφάδων, στον αγιογραμμένο αυτό ναό της φύσης και της πίστης όλων μας, ο οποίος έχει παλαιόθεν καθαγιασθεί από την παρουσία του κλεινού Αγίου Διονυσίου, αλλά και το αίμα των πατέρων της ενταύθα Μονής, των σφαγιασθέντων εδώ από τους Αγαρηνούς, το 1537.
Σταυροπήγιο το Καστρομονάστηρο που υψώνεται δίπλα μας, ιδρύθηκε τον ΙΓ’αιώνα από τον αυτοκράτορα Νικαίας Θεόδωρο τον Λάσκαρι. Εδώ εμόνασαν κατά καιρούς σχολάζοντες Πατριάρχες του Γένους, μεταξύ των οποίων ο Μεθόδιος ο Γ΄ ο Μορώνης, αλλά και εκάρη μοναχός κο εκ Δημητσάνης Γεώργιος Αγγελόπουλος, μετέπειτα πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄, ο εθνομάρτυς.
Και ιδού, σήμερα, Εσείς Παναγιότατε, διάδοχος άξιος εκείνων των «Κηρύκων και των Σηματωρών» του Γένους μας, επισκέπτεσθε τον ιστορικό αυτό τόπο, ευλογώντας και αγιάζοντας άπαντες εμάς, ιδιαιτέρως όμως την απαρχή των εργασιών για την αποκατάσταση του τραυματισμένου από τον Χρόνο και τον Εγκέλαδο Πύργου των Παλαιολόγων.
Και όλ’ αυτά μέσα σ’ ένα περιβάλλον εκτάκτου φυσικής ωραιότητος και οικολογικού ενδιαφέροντος, το οποίο δικαίως έχει πλέον ενταχθεί στο Θαλάσσιο Πάρκο Ζακύνθου. Και, για να θυμηθώ την ποιητική περιγραφή τουΑνδρέα Μαρτζώκη,

«Πυκνόκλαδα δέντρα θαρρείς φυτεμένα
σε απέραντο κήπο εις δάσος πλατύ,
οπού απ’ τ’ αγέρι του νότου σπρωγμένα
γλιστρούν στου πελάου τον άγριο αφρό».

Περισσότερα δεν θα προσθέσω, Παναγιότατε Δέσποτα κι εκλεκτοί προσκεκλημένοι μας – προσκυνητές των Στροφάδων και της Παναγίας Παντοχαρας, εφόρου των νησιών. Παρακαλώ Υμάς, Τιμιώτατε Πάτερ, απ’την περίσσεια της σοφίας Σας και με ορατό Κήπο - Παράδεισο, όπου αέναα και αδιάλειπτα εκδηλώνονται -αγαπητικώ τω τρόπω- τα μεγαλεία της Πρόνοιας του Δημιουργού, ν’ αφουγκρασθούμε λόγον αγαθόν!!!
2. ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ
ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΘΑΛΑΣΣΙΟΥ ΠΑΡΚΟΥ ΖΑΚΥΝΘΟΥ
Καθηγητή Γιάννη Παντή

Παναγιότατε,

Είναι εξαιρετική η τιμή και η χαρά μας, που αξιωθήκαμε να Σας υποδεχθούμε στον Ιερό τούτο τόπο, που φέρει έντονα τα σημάδια της ιδιαίτερης πολιτιστικής, θρησκευτικής και περιβαλλοντικής κληρονομιάς.
Οι νήσοι Στροφάδες, με περίπου 4 Km2 έκταση, που ανήκουν στην Ιερά Μονή Στροφάδων και Αγίου Διονυσίου και στην Ιερά Μητρόπολη Ζακύνθου, αποτελούν το Στολίδι του Εθνικού Θαλασσίου Πάρκου της Ζακύνθου.
Οι νήσοι Στάμφανη και Αρτίνα αποτελούν ένα νησιωτικό συγκρότημα ωκεανικού τύπου (δεν υπήρξε ποτέ επαφή με παρακείμενες ηπειρωτικές ξέρες), γεγονός το οποίο τα διαφοροποιεί από την πλειονότητα των ελληνικών νησιών, τα οποία θεωρούνται χερσογενούς τύπου (δηλαδή αποτελούν υπολείμματα παλαιότερης ενιαίας ξηράς).
Λόγω του ιδιαίτερου τρόπου δημιουργίας τους οι νήσοι Στροφάδες εμφανίζουν έντονο το στοιχείο της γεωγραφικής απομόνωσης και σημαντικό παλαιοντολογικό ενδιαφέρον, με απολιθώματα Μειοκαινικής και Παλαικαινικής πανίδας, σημαντικό ορνιθολογικό ενδιαφέρον, αφού έχουν καταγραφεί 416 είδη πουλιών (το 36% της Ελληνικής ορνιθοπανίδας), καθώς και σημαντικό χλωριδικό ενδιαφέρον, αφού έχουν καταγραφεί πάνω από 500 είδη φυτών (περίπου το 10% της ελληνικής χλωρίδας).
Επιπρόσθετα, το ιδιαίτερο περιβαλλοντικό ενδιαφέρον της περιοχής εντοπίζεται:
1. Στο γεγονός ότι τα νησιά βρίσκονται στον κύριο δρόμο της μετανάστευσης των πουλιών της Δυτικής Ελλάδας και χρησιμοποιούνται ως δασικός σταθμός ανάπαυσης ή και αναπαραγωγής.
2. Στην παρουσία της θαλάσσιας φώκιας Μονάχους – Μονάχους και του ρινοδέλφινου
3. Στα υπολείμματα φυσικής βλάστησης που χαρακτηρίζονται από τη μεγάλη πυκνότητα των εντυπωσιακών σε μέγεθος κέδρων (Juniporus Phoenica) και άλλα φυτικά είδη, όπως Quercus cocciferae, Laurus Nobilis, Phillyrta Media κτλ, τα οποία όλα μαζί συγκροτούν το μοναδικό ως προς την εμφάνισή του οικοσύστημα, το οποίο πιθανότατα ήταν διαδεδομένο στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου, αλλά σήμερα, δυστυχώς, διασώζονται μόνο μερικά υπολείμματα, σε άσχημη γενικώς κατάσταση.
Όλα τα ιδιαίτερα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά έχουν οδηγήσει στον χαρακτηρισμό των νήσων Στροφάδων, ως «καταφύγιο άγριας ζωής», ως «περιοχή προστασίας της φύσης στο πλαίσιο του ΕΘΠΖ», αλλά και ως «σημαντική περιοχή του Ευρωπαϊκού Δικτύου Προστατευόμενων περιοχών Natura 2000 με τον κωδικό GR 2210003.
Παναγιώτατε,

Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτού του Ιερού Τόπου ήταν και είναι η συνύπαρξη της Ορθόδοξης Μοναστηριακής παράδοσης, με την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος. Είναι τυχαίο το ότι ένας μεγάλος αριθμός σημαντικών ως προς την περιβαλλοντική προστασία τους περιοχών ανήκουν, όπως συμβαίνει και στα Στροφάδια, αλλά και στο Αγιο Όρος και αλλού σε Ιερές Μονές;
Τι καταδεικνύει αυτό αν όχι το ότι οι περιοχές αυτές «σώθηκαν» από την λαίλαπα της καταστροφής, επειδή βρέθηκαν ή ακόμη βρίσκονται κάτω από την συνετή, βιώσιμη θα λέγαμε σήμερα, διαχείριση, σύμφωνα με τις επιταγές της Ορθόδοξης Χριστιανικής παράδοσης;
Η προστασία του περιβάλλοντος όπως Εσείς μας έχετε διδάξει από τις πρωτοβουλίες της Μεγάλης Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης δεν πρέπει να καθοδηγείται μόνο μέσω της ανθρωποκεντρικής και συνάμα χρησιμοθηρικής αντίληψης του να φυλάττωμεν για να έχουμε προς χρήση στο μέλλον, αλλά κυρίως λόγω της «αυταξίας» του φυσικού περιβάλλοντος ως «κτίση Θεού».
Αυτό το ηχηρό μήνυμα που το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, αλλά και Εσείς προσωπικά ως Προκαθήμενος της Ορθοδοξίας στέλνετε προς ολόκληρη την οικουμένη είναι που μας κάνει όλους εμάς που ασχολούμαστε με το περιβάλλον είτε από την πλευρά του Πανεπιστημιακού Δασκάλου είτε του ερευνητή επιστήμονα είτε από την πλευρά του απλού ευαισθητοποιημένου πολίτη να αισθανόμαστε υπερηφάνεια, χαρά και αγαλλίαση που είμεθα μέλος της Μεγάλης Ορθόδοξης Εκκλησιαστικής Παραδόσεως.

Πολύ συχνά, όταν σε διάφορα επιστημονικά συνέδρια συνομιλούμε με ανθρώπους ευαίσθητους για το περιβάλλον, που ανήκουν σ’ άλλα χριστιανικά δόγματα ή άλλες θρησκείες, αυτή η υπερηφάνεια αυξάνεται όταν διακρίνουμε μια μικρή ζήλια που πηγάζει από το έλλειμμα των δικών τους θρησκευτικών παραδόσεων στην αντιμετώπιση των σύγχρονων οικολογικών θεμάτων.

Παναγιότατε,

Σας ευχαριστούμε που προικίζετε με τις εμπεριστατωμένες θέσεις Σας και τις εύστοχες πρωτοβουλίες Σας, την ιδιαίτερη σχέση της Ορθοδοξίας με την οικολογία. Σας ευχαριστούμε που δυναμώνετε την πίστη μας στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Σας ευχαριστούμε για την πνευματική Σας βοήθεια στο δύσκολο έργο της αντιμετώπισης της ανθρώπινης αλαζονείας. Σας υποσχόμαστε να μεταφέρουμε παντού την σκέψη Σας και Σας διαβεβαιώνουμε ότι σύντομα θα προστρέξουμε σε Σας για περαιτέρω συνεργασία και για να συστρατευθούμε και εμείς στον μεγαλόπνοο αγώνα Σας.
Τέλος, από αυτόν τον Ιερό Τόπο Σας διαβεβαιώνουμε ότι με τη συνεργασία του Πεφωτισμένου Ιεράρχη μας Σεβασμιώτατου Μητροπολίτη Ζακύνθου θα πράξουμε το πρέπον, ως ΕΘΠΖ, για την προστασία του Θεού κτίσης.
3. ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ Α΄
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΕΛΕΤΗ ΑΓΙΑΣΜΟΥ ΕΝΑΡΞΕΩΣ ΕΡΓΑΣΙΩΝ
ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΠΥΡΓΟΥ ΤΩΝ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΩΝ

Ιερώτατε Μητροπολίτα Ζακύνθου και φίλτατε εν Χριστώ αδελφέ κύριε Χρυσόστομε,
Εξοχώτατοι,
Εντιμολογιώτατοι Άρχοντες,
Λαέ του Θεού ηγαπημένε,

Η αίσθησις της ιστορικής συνεχείας, της συνεχίσεως της ζωής και του αλληλενδέτου του πεπρωμένου ανθρώπου και φύσεως, υπό την διακυβέρνησιν πάντοτε του Θεού, είναι τα τρία βιώματα τα οποία η παρούσα τελετή προκαλεί εις ημάς.
Ο Πύργος των Παλαιολόγων, μνημείον της ιστορίας διασωθέν εις πείσμα του πανδαμάτορος χρόνου, μάς ανάγει ορατώς και αισθητώς εις την ιστορικήν συνέχειαν. Υπήρξε και υπάρχει και ανακαινίζεται δια να συνεχίση να υπάρχη. Ιδού η ιστορία.
Πρόκειται να χρησιμοποιηθή εντός του πλαισίου προστασίας της τοπικής πανίδος και χλωρίδος, η οποία ως προς ωρισμένα είδη κινδυνεύει να εξαφανισθή. Ιδού η συνέχεια της ζωής, η οποία υπό τας συγκεκριμένας εν κινδύνω σήμερον μορφάς επεβίωσε ιδίαις δυνάμεσι επί χιλιετίας.
Την ζωήν υπό τας συγκεκριμένας σήμερον φθινούσας μορφάς προσπαθεί να συντηρήση αφιλοκερδώς, μάλλον δε και δια δαπανηρών τρόπων, ο άνθρωπος, ο οποίος προφανώς διαισθάνεται ότι η εξαφάνισις ενός είδους ζωικής ή φυτικής υπάρξεως προοιωνίζεται κίνδυνον αυτής ταύτης της ζωής ως εννοίας και πραγματικότητος, δι’ ον λόγον και προαισθάνεται το κοινόν πεπρωμένον πάσης μορφής ζωής και αναλαμβάνει την μέριμναν και το κόστος της συντηρήσεως παντός είδους ζωής. Ιδού η αίσθησις του κοινού πεπρωμένου ανθρώπου και φύσεως.
Ιστορία, ζώσα φύσις και άνθρωπος, τρεις άξονες μεγαλειώδεις εις αλληλοσυσχέτισιν και έκαστος ημών πλίνθος δομικός του οικοδομήματος της δημιουργίας, στοιχείον ζωντανόν και σκεπτόμενον του οικοσυστήματος, βούλησις και διάνοια διαμορφώνουσα την ιστορίαν, συνεχίζουσα την ζωήν, διακυβερνώσα την φύσιν. Εύλογος η κραυγή απορίας και θαυμασμού του ποιητού διερωτωμένου «τι εστιν άνθρωπος, ότι μιμνήσκη αυτού» και απαντώντος «ηλάττωσας αυτόν βραχύ τι παρ’ αγγέλους, δόξη και τιμή εστεφάνωσας αυτόν», προσθέτοντος δε και το συναφές με το θέμα μας «και κατέστησας αυτόν επί τα έργα των χειρών σου, πάντα υπέταξας υποκάτω των ποδών αυτού,… έτι δε και τα κτήνη του πεδίου, τα πετεινά του ουρανού και τους ιχθύας της θαλάσσης» (Ψαλμ. 8,5-9).
Φαίνεται παράδοξον το ότι ψαλμωδός αιώνας πολλούς προ Χριστού θεωρεί υποτεταγμένα εις τον άνθρωπον τα πλέον ελεύθερα είδη του χοϊκού βασιλείου, τα πετεινά και τους ιχθύς. Και όμως εκφράζει μίαν βαθείαν αλήθειαν, την οποίαν βλέπομεν σήμερον όσοι μελετώμεν τα προβλήματα του περιβάλλοντος. Η ζωή των πετεινών του ουρανού και των ιχθύων της θαλάσσης έχει πλεόν καταστή υποχείριος της ανθρωπίνου συμπεριφοράς και θελήσεως. Είναι υποτεταγμένη εις την εξουσίαν του ανθρώπου. Η μοίρα της εξαρτάται από τον άνθρωπον.
Χαιρετίζομεν ολοκαρδίως το γεγονός ότι ανακαινίζεται ο Πύργος των Παλαιολόγων και το πέριξ κτιριακόν συγκρότημα δια να βοηθήση εις την συνέχισιν της ζωής και της ιστορίας, επιβεβαιώνοντας την ευθύνην και την βούλησιν του ανθρώπου να βοηθήση την υπό την εξουσίαν αυτού ζωήν να συνεχίση το έργον της. Ευχόμεθα ολοκαρδίως ταχείαν την έναρξιν των εργασιών προστασίας των στοιχείων του περιβάλλοντος. Αύται αι εργασίαι θα αναδείξουν την περιβαλλοντικήν ευθύνην του ανθρώπου, αλλά και το κοινόν πεπρωμένον ανθρώπου και φύσεως.
Είθε να καρποφορήσουν αγαθούς καρπούς. Είθε ο Θεός, ο καταστήσας τον άνθρωπον εξουσιαστήν και υπεύθυνον δια την φύσιν να εμπνεύση εις αυτόν τα δέοντα μέτρα υπέρ της ανθρωπίνου και της λοιπής εμβίου υπάρξεως. Αμήν.
«Αύτη η θάλασσα η μεγάλη και ευρύχωρος, εκεί ερπετά, ων ουκ έστιν αριθμός, ζώα μικρά μετά μεγάλων» (Ψαλμ. 103,25).
Ούτως ανακράζει πλήρης θαυμασμού ο ιερός Ψαλμωδός ενώπιον της ωραιότητος και της σοφίας της δημιουργίας του Θεού.
Την θάλασσαν έταξεν ο δημιουργός κατοικητήριον απειραρίθμων ζωικών ειδών, ερπετών, μαλακίων, οστρακοειδών, ιχθύων και άλλων. Βιότοπον ενός μεγάλου αριθμού δημιουργημάτων, πλείστα των οποίων αποτελούν βασικόν τμήμα της ανθρωπίνης διαίτης.
«Αύτη η θάλασσα η μεγάλη και ευρύχωρος» στέλλει τους υδρατμούς εις την ατμόσφαιραν , οι οποίοι επιστρέφουν εις την γην ως όμβριοι εξαφανίζοντες όχι μόνον το πόσιμον ύδωρ εις τον άνθρωπον και τα ζώα, αλλά και καταρδεύοντες πάσαν καλλιέργειαν εδωδίμων και καλλωπιστικών φυτών.
«Αύτη η θάλασσα η μεγάλη και ευρύχωρος», δια την Ελλάδα, την «θαλασσοφίλητη», με τα ατελείωτα ακρογιάλια και τας παμπληθείς νήσους, ήτο ανέκαθεν και είναι πηγή πλούτου, πηγή ζωής, αλλά και πηγή χαράς. Έλλην και θάλασσα είναι έννοιαι αλληλοσυμπληρούμεναι και αλληλοπεριχωρούμεναι.
Η δημιουργία, όθεν, εν Ελλάδι Εθνικού Θαλασσίου Πάρκου είναι ενέργεια αφ’ ενός μεν συμβολική, αφ’ ετέρου δε επιβεβλημένη. Συμβολική μεν, διότι εκφράζει τον οφειλόμενον σεβασμόν προς το υγρόν στοιχείον και το οφειλόμενον ενδιαφέρον όλων δια τα εν αυτώ πολυποίκιλα δημιουργήματα του Θεού, επιβελημένη δε, διότι η αδιαφορία, ενίοτε δε και η απληστία και απερισκεψία του ανθρώπου, εδημιούργησε φοβεράς μολύνσεις και καταστρεπτικάς παρεμβάσεις εις τον θαλάσσιον χώρον, με αποτέλεσμα την επικίνδυνον μείωσιν του εναλίου πλούτου, τον κίνδυνον εξαφανίσεως ωρισμένων ειδών και διαταράξεως της οικολογικής ισορροπίας με απροβλέπτους δια τον άνθρωπον συνεπείας.
Η σμαραγδίνη Ιόνιος Θάλασσα, βιότοπος και καταφύγιον μεγάλης ποικιλίας ιχθύων και λοιπών θαλασσίων ειδών, είναι και βιότοπος της περιφήμου θαλασσίας χελώνης «καρέτα-καρέτα», της οποίας οι αριθμοί τα τελευταία έτη βαίνουν φθίνοντες, με ορατόν τον κίνδυνον να εκλείψη το ευλογημένον τούτο δημιούργημα του Θεού, του οποίου ο ρόλος εις την ενάλιον ισορροπίαν ουδόλως είναι δευτερεύον. Η προστασία, λοιπόν, της χελώνης «καρέτα-καρέτα», η οποία, άλλωστε, συνιστά και διεθνή υποχρέωσιν της Ελλάδος, αποτελεί ένα επί πλέον λόγον δια την δημιουργίαν του Εθνικού Θαλασσίου Πάρκου.
Ελπίζομεν ότι πάντα τα ενάλια είδη, τα απαντώμενα εις τας Ελληνικάς θαλάσσας θα προστατευθούν και θα ενισχυθή πολυτρόπως η ανάπτυξις και αύξησίς των. Πιστεύομεν, τέλος, ότι το Εθνικόν Θαλάσσιον Πάρκον θα αποτελέση χώρον εν τω οποίω οι ειδικοί επιστήμονες, ιχθυολόγοι και άλλοι θα δύνανται να πραγματοποιούν τας παρατηρήσεις των, επ’ αγαθώ της επιστήμης των.
Με τας σκέψεις αυτάς, ευχόμεθα από καρδίας δαψιλή την ευόδωσιν των προσπαθειών αυτών, συγχαίροντες ολοθύμως τους δημιουργούς του ωραίου τούτου έργου.

26.7.07

Η οικολογική καταστροφή μαίνεται ολοένα


Είναι μια σαφής κι εκφραστική φωτογραφία της φίλης μου Κικής, προερχόμενη από το καλό της Ιστολόγιο. Αποδίδει με δύναμη και δημοσιογραφική συναίσθηση, το τί ακριβώς ζήσαμε και στη Ζάκυνθο χθες το απόβραδο, μεταξύ 35 και 41 βαθμών Καύσωνα, μεταξύ ενός ολοκαιόμενου ήλιου και -αλίμονο- ψυχρότατων καρδιών.

Γιατί το λέω αυτό; Διότι -δυστυχώς- αυτοκτονούμε ολοένα, οι πανηλίθιοι, δίχως πια ελπίδα επιστροφής. Ό,τι αισιόδοξο και αν βαλθούμε να σκεφτούμε, ετούτη η παράνοια που βιώνουμε φέτος, μαζί με μπόλικη καπνιά και ασφυκτική πνιγηρότητα δεν μάς επιτρέπουν σκέψεις θετικές κι ελπιδοφόρες...

Σήμερα πάλι φλέγεται η Ελλάδα από την μια άκρη της έως την άλλη... Πένθος διαρκές, με μακροπρόθεσμες συνέπειες... Αλίμονο, αλίμονο...

Κ. Παπούλιας: "Η προστασία του περιβάλλοντος είναι πλέον ζήτημα δημοκρατίας"

Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσε φέτος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. Κάρολος Παπούλιας, κατά την καθιερωμένη δεξίωση για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, στο Προεδρικό Μέγαρο, προχθές το βράδυ, 25 του μηνός.

«Οταν σήμερα μιλάμε για ποιότητα δημοκρατίας, δεν μπορούμε παρά να έχουμε στο νου μας μια οικολογική δημοκρατία», υπερτόνισε ο Πρόεδρος, εκφράζοντας για μιαν ακόμη φορά το λαϊκό αίσθημα.

Eπίσης εξέφρασε την ελπίδα να μη θρηνήσουμε άλλα θύματα στα πύρινα μέτωπα, λέγοντας με συγκίνηση, ότι «στις πυρκαγιές θυσιάστηκαν ανθρώπινες ζωές συμπολιτών μας που τοποθέτησαν το συλλογικό καλό πάνω από το ατομικό». Aναφερόμενος στις φοβερές φετινές πυρκαγιές, ο κ. Παπούλιας σχολίασε, ότι «έδειξαν για άλλη μια φορά με δραματικό τρόπο ότι παραμένει ζητούμενο το μέτρο της οικολογικής ευαισθησίας που θα μας προστατεύσει από τη βία του τσιμέντου και της εξαφάνισης του πρασίνου».

Σχολίασε παράλληλα, ότι η ολοένα συντελούμενη φθορά του περιβάλλοντος έχει σήμερα και ταξικά χαρακτηριστικά. «Οι ευπορότεροι έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν καλύτερες συνθήκες διαβίωσης, σπίτια κοντά στο πράσινο, φυγές στην ύπαιθρο, πρόσβαση στη θάλασσα», είπε ο ευαίσθητος περιβαλλοντικά Πρόεδρός μας, απευθύνοντας μάλιστα εναγώνιο, θα μπορούσε να πει κανείς, κάλεσμα προς όλους:

«Η προστασία του περιβάλλοντος είναι πλέον ζήτημα δημοκρατίας και η συμμετοχή στον αγώνα για τη σωτηρία της φύσης είναι υψηλό δημοκρατικό καθήκον του πολιτικού μας συστήματος, κάθε πολίτη που δεν θέλει απλώς να ευημερήσει, αλλά να ευτυχήσει κυνηγώντας το όνειρο ενός καλύτερου και βιώσιμου κόσμου».

25.7.07

Οι 10 εντολές ενός ακτιβιστή παπά

ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ
Συνέντευξη στον ΣΤΑΥΡΟ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ [Εφημ. ΤΑ ΝΕΑ 9.12.2006 , σ. N26]

Ο παπα-Γιάννης Οικονομίδης τις Κυριακές μοιράζει αντίδωρο στην εκκλησία του και τις υπόλοιπες ημέρες μάχεται για την προστασία του περιβάλλοντος


«Δεν αρκεί να προσευχόμαστε υπέρ υγείας»

Στο σπίτι του βλέπεις παντού ωραίες φωτογραφίες. Με τη γυναίκα του Χρύσα, με τους γιους τους, με τους φίλους του. Σε εκδρομές, σε γλέντια, στη θάλασσα. Τίποτα το παράξενο, αλλά περίμενα αλλιώς το σπίτι ενός παπά. Με καντήλια και εικονίσματα. Ο παπα-Γιάννης κάθεται σε αναμμένα κάρβουνα. Είχε συμφωνήσει να μιλήσει μαζί μου αλλά με μια προϋπόθεση: Πρώτα να πάμε μια βόλτα στα Οινόφυτα. Στη χωματερή που καίει παράνομα, στο γεφυράκι του Αγίου Θωμά, στη γέφυρα του τρένου, στις όχθες του Ασωπού. Ξεκινάμε αφού έχει κρεμάσει στο στήθος του μια βαριά φωτογραφική μηχανή. Αυτό είναι το «όπλο» του τα τελευταία χρόνια. Στο αυτοκίνητο ακούμε κλασική οθωμανική μουσική. Η Χρύσα είναι στο εργοστάσιο, τα παιδιά «μοιρασμένα» στο σχολείο και στη γειτονιά.

Ο παπα-Γιάννης Οικονομίδης είναι ιδρυτικό μέλος του Ινστιτούτου Τοπικής Αειφόρου Ανάπτυξης και Πολιτισμού. Δηλαδή ένας ακτιβιστής που πηδάει μάντρες, φωτογραφίζει, φωνάζει, προκαλεί ελέγχους. Και «απέναντί» του, οι φύλακες των εργοστασίων στα Οινόφυτα, να τον κοιτούν σαστισμένοι. Με αυτόν τον παπά έχουν βρει τον μπελά τους. Το ίδιο και οι οδηγοί των παράνομων απορριμματοφόρων. Ξεφορτώνουν μόνο «εάν λείπει ο παπάς». Ένας άτυπος πόλεμος που σταματάει μόνο τις Κυριακές όταν ο παπα-Γιάννης μοιράζει αντίδωρο από την Ωραία Πύλη του Αγίου Σπυρίδωνος.

-Αυτό ήταν το παιδικό σας όνειρο; Να γίνετε παπάς;
-Από το Γυμνάσιο, τουλάχιστον, αυτό ήθελα.
-Γιατί;
-Δεν έχω βρει ακόμα την απάντηση, το ψάχνω. Τα κίνητρα πολλές φορές μπερδεύονται. Υπάρχουν και καλά και κακά.
-Κακά κίνητρα; Δηλαδή;
-Η αγάπη για την εξουσία που εκπέμπει κάθε στολή ή η ασφάλεια που μπορεί να σου δώσει ο Θεός, όταν νομίζεις ότι τον έχεις κοντά σου.
-Πότε γίνατε παπάς;
-Πριν από περίπου 8 χρόνια. Δύο χρόνια μετά τον γάμο μου.
-Η γυναίκα σας δηλαδή δεν σας γνώρισε με ράσα;
-Όχι. Έκανα Μαθηματικά στον αδελφό της και έτσι γνωριστήκαμε.
-Ποιος κόσμος έρχεται στην εκκλησία σας;
-Μεγάλης ηλικίας άνθρωποι και λίγοι νεώτεροι. Οι νέοι δεν φοβούνται τον θάνατο. Είναι πολύ μακριά τους.
-Ο θάνατος μας φέρνει κοντά στον Θεό;
-Νομίζω ότι είναι η πηγή για πολλά που κάνουμε στη ζωή μας. Ο φόβος του θανάτου μας καθορίζει.
-Πόσο θρήσκος είναι ένας παπάς;
-Εξαρτάται από τον παπά. Εγώ κατάφερα να μην είμαι πολύ θρήσκος. Έχω απογοητευτεί πολύ με αυτά που βλέπω γύρω μου και προσπαθώ να βρω κάτι σταθερό. Ένα βιβλίο που διάβασα παλαιότερα έγραφε ότι «ο Χριστός γεννήθηκε μες στη φάτνη». Το διαμάντι αυτό γεννήθηκε μες στην κοπριά. Για να τον βρούμε λοιπόν, πρέπει να ψάξουμε εκεί όπου είναι βρώμικα. Νομίζω ότι είμαι σε καλό δρόμο.
-Τι απασχολεί τους ανθρώπους που καταφεύγουν σε εσάς;
-Οι σχέσεις, τα λεφτά, ο θάνατος, χίλια δυο. Κανένα σπίτι δεν είναι χωρίς προβλήματα. Όλοι στο ίδιο καζάνι είμαστε.
-Στα συλλαλητήρια για τις ταυτότητες συμμετείχατε;
-Όχι. Δε νομίζω ότι είναι τόσο σοβαρό το πρόβλημα όσο φάνηκε.
-Ποιο είναι δηλαδή το σοβαρό θέμα που θα έπρεπε να απασχολήσει την Εκκλησία;
-Θα ήθελα ένα από τα αιτήματα του Αρχιεπισκόπου προς τον Πρωθυπουργό, που τον συνάντησε σχετικά πρόσφατα, να ήταν το περιβαλλοντικό. Τι θα γίνει με τα σκουπίδια, με το νερό, με την υγεία μας εν πάση περιπτώσει που τόσο σπάταλα την ξοδεύουμε.
-Κάποιοι λένε ότι και η Εκκλησία, όπως και τα κόμματα, έχει γίνει ένας γραφειοκρατικός μηχανισμός.
-Έτσι είναι. Υπάρχουν όμως πρόσωπα, ενορίες, κοινότητες που τα πράγματα λειτουργούν διαφορετικά, ωφέλιμα για τους ανθρώπους.
-Πώς συνδυάζονται τα ράσα με την οικολογική δράση;
-Όταν βλέπεις ότι αυτά που γίνονται γύρω σου ακυρώνουν αυτά που πιστεύεις, τότε κάτι πρέπει να κάνεις. Αν δεν μπορείς να δώσεις λύσεις, τουλάχιστον μπορείς να ανακατέψεις τα λιμνάζοντα νερά.
-Ποια ήταν η πρώτη φορά που είπατε, «να κάνω κι εγώ κάτι για το περιβάλλον»;
-Έχω μια εικόνα στο μυαλό μου. Κρατούσα τον μικρό μου γιο στην αγκαλιά μου, ήταν ενός έτους και του έδινα γάλα με το μπιμπερό. Όπως κατάπινε, έβλεπα την κοιλιά του να ανεβοκατεβαίνει. Το νερό για το γάλα, το είχα βάλει από τη βρύση. Τις προηγούμενες ημέρες είχε τύχει να ακούσω ότι το νερό της περιοχής μπορεί να είχε μολυνθεί. Τότε σκέφθηκα, «τι κάνω;». Θύμωσα με τον εαυτό μου που δεν το είχα σκεφθεί πριν. Μου πήρε αρκετό καιρό να το χωνέψω. Είχα μεγάλη οργή μέσα μου, πολύ θυμό.
-Και αποφασίσατε να βγείτε μπροστά.
-Ναι. Δεν αρκεί να προσευχόμαστε υπέρ υγείας μόνο. Μας δίνουν ένα βιβλιάριο υγείας στο σχολείο. Δεν είναι αστείο αυτό τώρα; Να κυκλοφορώ με το βιβλιάριο υγείας του παιδιού μου. Να τρέχω στον γιατρό να του κάνω εμβόλια, να το στέλνω στο σχολείο να σπουδάσει και συγχρόνως να του δίνω νερό που έχει χρώμιο, 30 χρόνια να μην έχω πάρει κανένα μέτρο γι' αυτό;
-Κάποιος θα πει ότι ο ρόλος του παπά είναι να φροντίζει για τη νηστεία, την προσευχή, τις 10 εντολές και όλα τα «μεγάλα» να τα αφήνει στον Θεό;
-Είναι πολύ εύκολο να πούμε ότι υπάρχει μια συνταγή, ένας τρόπος ζωής, που μας οδηγεί στον Παράδεισο, στη σωτηρία, στην ευτυχία. Νομίζω όμως ότι δεν υπάρχει. Πρέπει να είμαστε σε διαρκή αναζήτηση. Ψάχνουμε τον Θεό ο οποίος κρύβεται. Είναι ο μεγάλος άγνωστος και μας κάνει παιχνίδια. Κρύβεται πίσω από τους ανθρώπους. Για να τον βρούμε, πρέπει να περάσουμε μέσα από τους συνανθρώπους μας. Άρα, να ασχοληθούμε με τη ζωή. Με τα προβλήματα.
-Όταν έρθει κάποιος και σας πει «θέλω να είμαι καλός χριστιανός», τι τον συμβουλεύετε να κάνει;
-Να ανακαλύψει πόσο κακός είναι. Δεν βγήκε ποτέ κανένας άγιος να πει πόσο καλός είναι. Απεναντίας, έβλεπαν όλοι την αμαρτωλότητά τους. Αυτό πρέπει να κάνουμε όλοι μας. Να αναγνωρίσουμε τα λάθη μας, να μη μένουμε στάσιμοι, να προσφέρουμε στους άλλους ανθρώπους.
-Μιλάτε στους πιστούς για την Κόλαση και τον Παράδεισο;
-Μα την βλέπουν γύρω τους την Κόλαση.
-Και τον Παράδεισο θα τον δουν μετά;
-Τον Παράδεισο; Εγώ τον βλέπω στο σπίτι μου, στα μάτια της γυναίκας μου, των παιδιών μου, των φίλων μου. Νομίζω ότι είμαστε σε διαρκή αναζήτηση αυτού που λέμε «Παράδεισος». Αλλά δεν πρέπει να τον ψάχνουμε μακριά. Αν είναι να έρθει, θα έρθει. Τώρα όμως είμαστε εδώ και πρέπει να κάνουμε κάτι. Κάποιοι κάνουν νηστεία και προσευχή, ταυτόχρονα μολύνουν τα ποτάμια και καταστρέφουν την υγεία των παιδιών.
-Είναι σαν να μου λέτε ότι εδώ είναι η Κόλαση εδώ και ο Παράδεισος.
-Λέω ότι πρέπει να ζούμε κάθε μέρα σαν να είναι η τελευταία μας. Με πληρότητα. Να μη χάσουμε την μοναδική μας ευκαιρία, τη ζωή που μας δόθηκε. Τον χρόνο που μας δόθηκε. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα είμαστε πάντα ευτυχισμένοι. Απεναντίας, όποιος δεν βιώσει τη χαρά, δεν βιώσει και τον πόνο, δεν ζει τελικά.

Η ΧΩΜΑΤΕΡΗ
«Τα παιδιά μας δεν θα ανεχθούν αυτά που ανεχθήκαμε εμείς»

Ο παπα-Γιάννης επισκέπτεται συχνά τη χωματερή στα Οινόφυτα. Ψάχνει, φωτογραφίζει και προσπαθεί να ευαισθητοποιήσει τον κόσμο: «Στη χωματερή μας μαζί με την μπανανόφλουδα πετάγονται και τοξικά από τις βιομηχανίες και ανακατεύονται με τα οικιακά σκουπίδια. Αυτός είναι ο πολιτισμός μας. Ο πολιτισμός των σκουπιδιών».

-Μόνον αστικά απορρίμματα δεν πάνε στη χωματερή;
-Δυστυχώς όχι. Το αυτοκίνητο του δήμου παίρνει «κατά λάθος» και μερικά βαρελάκια με τοξικά, τα έχουμε φωτογραφίσει αρκετές φορές.
-Πώς είσθε σίγουρος ότι τα τοξικά συνεχίζουν να καταλήγουν στη χωματερή;
-Ε, ας μας πουν αυτοί που τα παράγουν, τι τα κάνουν. Δεν υπάρχει καμία υποδομή για τη διαχείριση των τοξικών. Ο καθένας βρίσκει τη δική του λύση. Άλλος τα θάβει στην αυλή του εργοστασίου του, άλλος τα δίνει στον δήμο. Και κανείς δεν ελέγχει κανέναν.
-Μα δεν μπορεί να μη γίνεται κανένας έλεγχος;
-Κακά τα ψέματα, όλος ο μηχανισμός είναι διεφθαρμένος. Από πού να ξεκινήσουμε; Από την αστυνομία, την πολεοδομία, τον δήμο, τη νομαρχία, το υπουργείο; Τίποτα δεν λειτούργησε όλα αυτά τα χρόνια.
-Είναι νόμιμη η χωματερή;
-Όχι δα. Κάθε άλλο. Παράνομα καίει νύχτα - μέρα.
-Πού ανήκει; Στη Βοιωτία;
-Στο Οινοφυστάν. Μια λεπτή λωρίδα γης όπου καμία νομαρχία δεν έχει αρμοδιότητα, και κανείς δεν έρχεται να ελέγξει τι γίνεται.
-Έχετε πάει τα παιδιά στη χωματερή;
-Καμιά φορά με ρωτάνε μπαμπά πού φεύγεις έτσι βιαστικός με τη φωτογραφική μηχανή, και τα παίρνω μαζί μου. Ρωτάνε και σιγά σιγά καταλαβαίνουν. Πιστεύω ότι θα είναι η γενιά που θα φέρει αποτελεσματικές λύσεις.
-Θα αντιδράσουν λέτε;
Δεν θα ανεχθούν αυτά που ανεχθήκαμε εμείς. Θα σεβαστούν τη ζωή περισσότερο. Θα φανούν πιο έξυπνοι από μας.

Ο ΠΟΤΑΜΟΣ
«Οι παραβάτες με φωνάζουν να τους αγιάσω!»

«Η περιοχή έχει μολυνθεί από τα βαριά μέταλλα και δεν βγαίνει τίποτα άλλο παρά καλάμι και καρότο. Τα καρότα μάλιστα τα διοχετεύουν στην αγορά», λέει ο παπα-Γιάννης για τον Ασωπό ποταμό
Το γεφυράκι του Αγίου Θωμά στα Οινόφυτα είναι ένα από τα «αγαπημένα σημεία» του παπα-Γιάννη. Εκεί με πήγε για να μου δείξει τη ζημιά που έχει γίνει και συνεχίζει να γίνεται στον Ασωπό.
Από τη μια μεριά του γεφυριού φθάνουν καθαρά τα νερά του ποταμού. Τόσο καθαρά που τα αντλεί η ΕΥΔΑΠ. Και μόλις περάσουν το γεφυράκι, τα νερά ενώνονται με τα λύματα των 350 εργοστασίων του Σχηματαρίου. Για να καταλήξουν όλα μαζί βρώμικα στο Χαλκούτσι.

-Πόσα εργοστάσια ρίχνουν τα λύματά τους στον Ασωπό;
-Κανείς δεν ξέρει. Ο καθένας έχει το δικαίωμα να βγάλει με μια μπούκα την αποχέτευση του εργοστασίου του στο ποτάμι.
-Ναι, αλλά στις όχθες του ποταμού υπάρχουν καλλιέργειες.
-Η περιοχή έχει μολυνθεί από τα βαριά μέταλλα και δεν βγαίνει τίποτα άλλο παρά καλάμι και καρότο. Τα καρότα μάλιστα τα διοχετεύουν στην αγορά. Ο πυθμένας είναι καλυμμένος με μια μαύρη αλοιφή. Και τα νερά του ποταμού παίρνουν χρώμα ανάλογα με τι απόχρωση βάφουν τα υφάσματα. Όταν βάφουν κόκκινο θα το δούμε κόκκινο, όταν βάφουν μαύρο θα το δούμε μαύρο.
-Τα απόβλητα πάντως των εργοστασίων καταλήγουν νόμιμα στον ποταμό.
-Ναι, το '69 ο ποταμός χαρακτηρίστηκε αποδέκτης λυμάτων. Τα τελευταία χρόνια έχουν μπει προδιαγραφές για την επεξεργασία των λυμάτων. Κανείς όμως δεν ελέγχει αν τηρούνται. Ο Ασωπός έχει μετρηθεί σε 18 σημεία. Οι μετρήσεις αυτές είναι στα χέρια μας. Έχουμε κάδμιο στα νερά του Ασωπού, έχουμε χρώμιο.
-Αυτούς τους ανθρώπους που έχουν τα εργοστάσια τους ξέρετε, τους μιλάτε, τους έχετε εξηγήσει το πρόβλημα;
-Όλοι αυτοί οι παραβάτες με φωνάζουν όταν κάνουν αγιασμό. Δεν είναι τρομερό; Γιατί άραγε; Για να μην τους πιάσουν; Ή για να μην τους βλάπτουν τα τοξικά; Πολλοί έχουν και παρεκκλήσια μέσα στα εργοστάσια.
-Πάντως δεν μπορούμε να μείνουμε και χωρίς εργοστάσια...
-Κάτι επιστήμονες πρότειναν για να μειωθεί το νέφος 800 βιομηχανίες στην Αττική να χρησιμοποιήσουν φυσικό αέριο. 200 εκατομμύρια σε ασθένειες κοστίζει το νέφος, 50 εκατομμύρια η υποδομή. Γιατί δεν το κάνουμε; Ο καρκίνος στην περιοχή μας καλπάζει. Σύμφωνα με τα αρχεία ταφής της ενορίας μας, το 1989 ήταν στο 6% και σήμερα είμαστε στο 31%.

24.7.07

Οι «πράσινες» ευαισθησίες του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου Α΄

Γράφει ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας

O σημερινός Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος Α' (γεν. 1940), ένας εκκλησιαστικός ηγέτης εξαίρετης σοφίας, ευστροφίας και πνευματικότητας, αμέσως μετά την ανάληψη τω καθηκόντων του στο τιμόνι της Ορθόδοξης Εκκλησίας το 1991, ανάμεσα στις πρώτες του προτεραιότητες έθεσε την ανάδειξη του προβληματισμού για την προστασία του Περιβάλλοντος παγκόσμια, ώστε να ευαισθητοποιηθεί η διεθνής κοινότητα δια των θρησκευτικών (και όχι μόνον) ηγετών της.
Η θετική κι ενεργητική του διάθεση προς τούτο εκφράστηκε σαφέστατα για πρώτη φορά στο Μήνυμα, το οποίο απηύθυναν προς την ανθρωπότητα οι συνελθόντες, με πρωτοβουλία του, Προκαθήμενοι όλων των Ορθοδόξων Αυτοκέφαλων και Αυτόνομων Εκκλησιών, στο Φανάρι από 1 μέχρι 15 Μαρτίου 1992.
Βαρυσήμαντη όμως υπήρξε αναμφίβολα η επίσημη ομιλία του μπροστά στην ολομέλεια του Ευρωπαϊκου Κοινοβουλίου στις 19 Απριλίου 1994. Ανάμεσα στα μεγάλα θύματα του σύγχρονου Κόσμου, έθεσε το οικολογικό, τονίζοντας:
«Επιτρέψατε ημίν την πεποίθησιν ότι το οικολογικόν πρόβλημα της εποχής ημών απαιτεί ριζικήν αναθεώρησιν της κοσμολογίας ημών. Άλλην ερμηνείαν της φύσεως, διαφορετικήν νοηματοδότησιν της προσλήψεως και χρήσεως των υλικών αγαθών. Η Ορθόδοξος Εκκλησία και θεολογία προσπαθεί, εν τω μέτρω των πνευματικών αυτής δυνάμεων, να συνεισφέρη εις τον περί το πρόβλημα τούτο αναγκαίον διάλογον. (...) Αλλ' αι προσπάθειαι ημών δεν έχουν νόημα εάν παραμείνουν αποσπασματικαί. Δραττόμεθα της ευκαιρίας της ενώπιον υμών παρουσίας ημών, δια να δηλώσωμεν, ότι είμεθα έτοιμοι να θέσωμεν τις ισχνές ημών δυνάμεις εις την διάθεσιν του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δια πάσαν περαιτέρω μελέτην και προσπάθειαν πανευρωπαϊκής αντιμετωπίσεως του οικολογικού προβλήματος (...)».

Λίγους μήνες αργότερα, στη Μυτιλήνη 27 Οκτωβρίου 1994, το Τμήμα Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου του Αιγαίου τον ανακήρυξε επίτιμο Διδάκτορα του, λόγω της σοβαρότατης ενασχόλησής του με την Οικολογία.

Αξίζει ν' αναφερθούν και ορισμένες άλλες σημαντικές στιγμές του υπέρ του Περιβάλλοντος, που ακολούθησαν:

* Συγκάλεσε στην Πάτμο Διεθνές εν πλω Οικολογικό Συμπόσιο με έμφαση στη μόλυνση των θαλασσών, τον Σεπτέμβριο του 1995, επί του θέματος
«Αποκάλυψις και Περιβάλλον 95-1995».
* Μετέσχε διεθνών διαθρησκειακών οικολογικών συνεδρίων στην Ιαπωνία και Αγγλία, το 1995.

* Οργάνωσε με τον Jacques Santer το Β' Διεθνές εν πλω Οικολογικό Συμπόσιο για τη Μαύρη Θάλασσα, τον Σεπτέμβριος του 1997, επί του θέματος «Θρησκεία – Επιστήμη - Περιβάλλον: Η Μαύρη Θάλασσα εν κινδύνω».
* Οργάνωσε με τον Romano Prodi το Γ' Διεθνές εν πλω Οικολογικό Συμπόσιο για την προστασία του ποταμού Δούναβη, τον Οκτώβριο του 1999, επί του θέματος
«Δούναβις – Ποταμός Ζωής».
* Οργάνωσε και πάλι με τον Romano Prodi το Δ' Διεθνές εν πλω Οικολογικό Συμπόσιο για την προστασία της Αδριατικής Θάλασσας, τον Ιούνιο του 2002, επί του θέματος «Η Αδριατική: Μία απειλούμενη Θάλασσα, ένας κοινός στόχος». Στο πλαίσιο της διοργάνωσης αυτής τού απονεμήθηκε ο τίτλος του Επίτιμου Διδάκτορα της Σχολής Διασώσεως των Πολιτισμικών Αγαθών του Πανεπιστημίου της Ραβέννας.

Κορυφαία στιγμή αυτού του Συμποσίου ήταν η συνυπογραφή με τον Πάπα Ιωάννη Παύλο Β' της «Διακήρυξης της Βενετίας» για το Περιβάλλον (Ρώμη – Βενετία, Παλάτσο Ντουκάλε, 10.6.2002). Τούτο θεωρείται ιστορικό γεγονός, κυρίως επειδή κατόρθωσε ο Βαρθολομαίος να συστρατεύσει και το Βατικανό στις οικολογικές του κινήσεις. Στο εξής θα μπορούμε να μιλάμε για συναντίληψη Ανατολής και Δύσης· για πρωτοβουλίες χριστιανικές, όχι μόνον ορθόδοξες. Λίγες μέρες μετά, στο Όσλο, τού απονεμήθηκε το νορβηγικό οικολογικό Βραβείο της Οργάνωσης Sophie («The Sophie Foundation») για το 2002, γνωστότερο ως «Πράσινο Νόμπελ», συνοδευόμενο από το ποσό 100.000 δολλαρίων, το οποίο διέθεσε ο Πατριάρχης για τ' άπορα παιδιά της Αφρικής μέσω της Γιούνισεφ, τα «παιδιά του δρόμου» της Πόλης και της Αθήνας, αλλά και την ενίσχυση διαφόρων οικολογικών δραστηριοτήτων.
* Οργάνωσε το Ε' Διεθνές εν πλω Οικολογικό Συμπόσιο για την προστασία της Βαλτικής Θάλασσας, τον Ιούνιο του 2003, επί του θέματος
«Η Βαλτική Θάλασσα: Κοινή Κληρονιμιά και Ευθύνη».
* Πραγματοποίησε τό Στ΄ Διεθνές εν πλω Οικολογικό Συμπόσιο υπέρ του Αμαζονίου Ποταμού, τον Ιούλιο του 2006, επί του θέματος: «Αμαζόνιος: Πηγή ζωής».
* Πραγματοποίησε τον Σεπτέμβριο του 2007 τό Ζ΄ ανάλογο Συμπόσιο για την ευαισθητοποίηση των λαών της γης υπέρ της Αρκτικής Θάλασσας και με θέμα: «Αρκτική: Καθρέπτης ζωής».

Παράλληλα τού έχουν απονεμηθεί και άλλα σχετικά διεθνή βραβεία (Νέα Υόρκη και Λίχτενσταϊν του Ιδρύματος Binding), την δε 1η Οκτωβρίου 1997 αναγορεύτηκε Επίτιμος Διδάκτωρ του Τμήματος Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος της Σχολής Γεωτεχνικών Επιστημών του Α.Π.Θ.

Την Άνοιξη του 2005 ο Πατριάρχης τιμήθηκε από τον Ο.Η.Ε. με το Βραβείο «Υπέρμαχοι της Γης», μαζί με άλλες έξι προσωπικότητες του Κόσμου (π.χ. Πρόεδρος Νοτίου Αφρικής και Βασιλιάς του Μπουτάν) «για την παραδειγματική συνεισφορά τους στην προστασία του περιβάλλοντος». Ο Κλάους Τόφερ, επικεφαλής του Προγράμματος (UPER), κατά την τελετή της απονομής υπογράμμισε τη «συνάφεια των πνευματικών αξιών και της περιβαλλοντικής προστασίας, όπως αυτή φαίνεται στο έργο του Οικουμενικού Πράσινου Πατριάρχη». Ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Δημήτριος, εκπροσωπώντας τον τιμώμενο, αναφέρθηκε στο όλο δραστήριο περιβαλλοντικό έργο του Πατριάρχη δια των ποικίλων παιδευτικών σεμιναρίων, συμποσίων και περιηγήσεων σε υποβαθμισμένες ή απειλούμενες περιοχές του Κόσμου.
Στις 4 Νοεμβρίου 2005, ο Πατριάρχης μετέβη στο Λίχτενσταϊν, όπου ομίλησε σε συγκέντρωση των κατά την τελευταία εικοσαετία τιμηθέντων με το πρώτο Βραβείο της Οικολογικής Οργάνωσης «Binding Stiftung».
Εν τω μεταξύ ανακηρύχτηκε Επίτιμος Διδάκτωρ του αρχαιότερου ιταλικού Πανεπιστημίου «Alma Mater Studiorum» της Μπολόνια, λόγω των περιβαλλοντικών του ευαισθησιών. Η επίσημη τελετή έγινε στις 19 Νοεμβρίου 2005 στον περιώνυμο για τα ψηφιδωτά του ναό του Σαν Βιτάλε, στη Ραβέννα. Σε διάλεξη μάλιστα, την οποία έδωσε ο Πατριάρχης, λαμβάνοντας μέρος σε οικολογικό Συνέδριο του τοπικού Πανεπιστημίου, μεταξύ πολλών άλλων ενδιαφερόντων, επεσήμανε:
«(…) Επιπλέον η συνείδηση είναι η μοναδική δύναμη που ο άνθρωπος μπορεί να αντιπαραθέσει στη μόλυνση. Και σε αυτή την κατεύθυνση εργάζεται το Πατριαρχείο. Θέλουμε να πείσουμε τα άτομα και τις κυβερνήσεις, χρησιμοποιώντας ηθικά επιχειρήματα, παρόντα και στην Αγία Γραφή, τα οποία μπορούν να συγκινήσουν. Πρέπει να πείσουμε τους ανθρώπους ότι ο Θεός μας έδωσε την εντολή να εργαζόμαστε και να φυλάμε τη Γη. Ο Θεός δημιούργησε μια οικολογική ισορροπία. Η διατάραξή της απειλεί τους επόμενους και η συνείδησή μας δεν μάς επιτρέπει πράξεις προς αυτή την κατεύθυνση. (…)»


Άξια προσοχής και προβολής είναι επίσης το υψηλού επιστημονικού επιπέδου και κύρους Θερινά Οικολογικά Σεμινάρια του Πατριαρχείου κάθε χρόνο από το 1994 έως το 1998 στη Μονή Αγίας Τριάδος, στον Λόφο της Ελπίδος της νήσου Χάλκης, όπου και η περίφημη Θεολογική Σχολή. Ας αναφέρουμε, χάριν παραδείγματος, τη θεματολογία των Συναντήσεων αυτών:
* Το Α' (1994) είχε θέμα
«Το Περιβάλλον και η Θρησκευτική Εκπαίδευση»,
* το Β' (1995)
«Περιβάλλον και Ηθική»,
* το Γ' (1996)
«Περιβάλλον και Επικοινωνία»,
* το Δ' (1997) «Οικολογία και Δικαιοσύνη» και
* το Ε' (1998) «Περιβάλλον και Πτωχεία: Νομικαί Διαστάσεις και Ηθική Ευθύνη».
Στα Σεμινάρια αυτά ένθερμα συνεργάστηκαν το Παγκόσμιο Ταμείο για τη Φύση (WWF), ο δε Πρίγκηπας του Εδιμβούργου Φίλιππος υπήρξε Πρόεδρος και αργότερα ομότιμος Πρόεδρός τους.


Ο ίδιος ο Πατριάρχης πάντως έχει αναφερθεί στην ανάληψη των εν γένει περιβαλλοντικών του πρωτοβουλιών, κατά την επίσημη επίσκεψη του στην Αβάνα της Κούβας, τον Ιανουάριο του 2004:

«Αι προσπάθειαι μας δεν περιορίζονται εις ευκαιριακάς μόνον ομιλίας. Επί σειράν ετών διοργανώνομεν εις την εν τη νήσω Χάλκη της Κωνσταντινουπόλεως Ιεράν Μονήν της Αγίας Τριάδος, ένθα εστεγάζετο η Θεολογική Σχολή της Χάλκης, οικολογικά και περιβαλλοντικά θερινά σεμινάρια. Επί πλέον, εν συνεργασία μετά της Ευρωπαϊκής Ενώσεως διωργανώσαμεν τα εν πλω περιβαλλοντικά διεθνή συνέδρια εις το Αιγαίον, τον Εύξεινον Πόντον, τον Δούναβιν, την Αδριατικήν και την Βαλτικήν. Τα θαλάσσια ή τα ποτάμια ύδατα αυτών των περιοχών είναι δεκτά ρυπαρών και τοξικών αποβλήτων εις μεγάλον βαθμόν, με αποτέλεσμα να ευρίσκωνται εις τα πρόθυρα της ακαταλληλότητος δια την συνέχισιν της ζωής και της αδυναμίας της αυτοκαθάρσεως. Δι’ αυτούς τους λόγους και επελέγησαν προς ιδιαιτέραν διεθνή συμμελέτην με την συμμετοχήν ειδικών εξ όλων των παρακτίων και παροχθίων χωρών. Αι συζητήσεις υπήρξαν γόνιμοι και αποτελούν πρότυπον συλλογικής μελέτης δια περιβαλλοντικά θέματα απασχολούντα πλείονας χώρας, τα οποία δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπισθούν δια μέτρων λαμβανομένων υπό μιας μόνον εξ αυτών».

Είναι αναγκαίο να καταστεί εδώ σαφές, ότι οι εναγώνιες ετούτες κινήσεις του σημερινού Πρώτου των Ορθοδόξων (αλλά και του προηγούμενου μακαριστού Πατριάρχη Δημητρίου Α΄, λίγο πριν την εκδημία του), δεν υπαγορεύονται πάντως από διαθέσεις εκκοσμίκευσης του θρησκευτικού βιώματος ή απόπειρες αδιέξοδης νεοτερίζουσας παρέμβασης στα μέχρι τώρα κατεστημένα κι εν πολλοίς αμφισβητούμενα εκκλησιαστικά μας πράγματα, αλλά συνάδουν, αφ' ενός μεν με τη στεντόρεια κι επείγουσα απαίτηση των υγιών φωνών διεθνώς για χωρίς χρονοτριβή πια σεβασμό του κοινού μας Οίκου ενώπιον της διαφαινόμενης ολοσχερούς καταστροφής, αφ' ετέρου δε με το ακριβές νόημα της γνήσιας χριστιανικής θεώρησης περί του τόσο ακανθώδους αυτού προβλήματος. Σύμφωνα με αυτήν, τα στοιχεία του φυσικού κόσμου δεν είναι ισάξια με τον άνθρωπο, αλλά υποβοηθητικά των αναγκών του. Η τιμητική όμως αυτή θέση δεν συνεπάγεται, ότι του επιτρέπεται -ευκαίρως ακαίρως- να τ' απορρυθμίζει, διότι τούτο μακροπρόθεσμα και αναπόφευκτα θα στραφεί εναντίον του.
Ο Βαρθολομαίος πάντως έχει εξηγήσει διεξοδικά το πώς και το γιατί των προθέσεων και της όλης συστηματικής (όχι ευκαιριακής) τακτικής του για το ζήτημα:
«Εν πρώτοις οφείλομεν να διευκρινήσωμεν ότι το ενδιαφέρον ημών προσωπικώς και του Οικουμενικού Πατριαρχείου δια το περιβάλλον δεν απορρέει από μίαν στάσιν ειδωλοποιήσεως αυτού, ως συμβαίνει παρά τισι των οικολόγων, αλλά από την πίστιν ότι τούτο, ως και ολόκληρος ο φυσικός κόσμος, είναι έργον του Θεού “καλόν λίαν” και ότι ο άνθρωπος, ο λαβών εν τω προσώπω του πρωτοπλάστου Αδάμ την εντολήν του “εργάζεσθαι και φυλάσσειν” τον εγκόσμιον Παράδεισον, εις τον οποίον αρχήθεν ετέθη, οφείλει και σήμερον και εις το μέλλον να εργάζεται και να φυλάσση τον φυσικόν κόσμον, ο οποίος περιβάλλει αυτόν, κατάλληλον δια την εντός αυτού διαβίωσιν αυτού και των επερχομένων γενεών, ήτοι καθαρόν, υγιεινόν, παραγωγικόν, αειφόρον και ωραίον. Δεν εκκινούμεν εκ της εσφαλμένης ιδέας ότι ο άνθρωπος και ο έμβιος και μη έμβιος φυσικός κόσμος ή τα καθ’ έκαστον στοιχεία του είναι όντα ισοδυνάμου αξίας, διότι τούτο συνεπάγεται υποβιβασμόν του ανθρώπου, κτισθέντος υπό του Θεού ως βασιλέως της κτίσεως, εις κατάστασιν
απαράδεκτον χριστιανικώς. Πιστεύομεν ότι εις την φύσιν κυριαρχεί η ανθρωπική αρχή, ως λέγουν οι ειδικοί επιστήμονες, ήτοι ότι τα πάντα είναι ερρυθμισμένα υπό του Θεού κατά τρόπον υποβοηθούντα την ζωήν του ανθρώπου. Αγωνιζόμεθα, λοιπόν, συστηματικώς ίνα συνειδητοποιήση πας άνθρωπος και πάσα Κυβέρνησις ότι αυτήν την θείαν ρύθμισιν του φυσικού περιβάλλοντος οφείλομεν να μη την απορρυθμίσωμεν, διότι το αποτέλεσμα θα αποβή μακροχρονίως εις βάρος ημών».

Σε άλλη περίπτωση, ο Πατριάρχης εξομολογείται τις σκέψεις για τις μελλοντικές του προθέσεις απέναντι στο πρόβλημα και τις δυσκολίες, που εν τω μεταξύ ανακύπτουν, επιχειρώντας μάλιστα, σε κάποιες περιπτώσεις, να τού ανακόψουν την όλη προσπάθεια:
«(...) Σκοπούμεν δε, συν Θεώ, να μη δώσωμεν ανάπαυσιν τοις κροτάφοις και ύπνον τοις οφθαλμοίς ημών, προκειμένου να εργασθώμεν, το καθ' ημάς, το αύριον του περιβάλλοντος κόσμου να γίνη καλλίτερον από το χθες. Η γη, η θάλασσα, η ατμόσφαιρα και πάντα τα εν αυτοίς, άνθρωπος, ζώα, πτηνά, ιχθείς, δένδρα, άνθη, φυτά, ύδωρ, όλα τα στοιχεία της Δημιουργίας του Θεού να ευρίσκωνται εις κατάστασιν κατά φύσιν και ουχί παρά φύσιν, συμφώνως προς το πρόγραμμα και το σχέδιον του Δημιουργού. Ο άνθρωπος δε, η κορωνίς της Δημιουργίας, εκ του κατά φύσιν, θα δύναται τότε ευκολώτερον να αναχθή, χάριτι Θεού, εις το υπέρ φύσιν, εις την θέωσιν. Τα πάντα να επανέλθουν εις το “καλά λίαν” της Γενέσεως.

Ταύτα λέγοντες ήκιστα είμεθα ονειροπόλοι ή αιθεροβάμονες. Γνωρίζομεν τας δυσκολίας και τα εμπόδια. Γνωρίζομεν ότι ταπεινά και χθαμαλά συμφέροντα αντιστρατεύονται και θα αντιστρατεύωνται εις την προσπάθειαν ημών δι' ένα κόσμον καλλίτερον, όπως τον θέλει ο Θεός. Όμως αι δυσκολίαι δεν μάς πτοούν. Η προσπάθεια ημών δι' εν περιβάλλον υγιές και καλόν λίαν, δεν είναι αυτόνομος, ως πολλών περιβαλλοντιστών, αλλ' ερείδεται από αγιογραφικών και θεολογικών θεμελίων, επί του θελήματος του Θεού, τον Οποίον και έχομεν σύμμαχον, εις την δόξαν δ' Αυτού και κατατείνει πάσα ενέργεια και πρωτοβουλία ημετέρα.»

Δικαιολογημένα, λοιπόν, λόγω των παραπάνω ποικίλων, καίριων και πολυσήμαντων δραστηριοτήτων κι επιδόσεών του, τις οποίες επιγραμματικά σχεδόν αναφέραμε, ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος έχει προσφυέστατα χαρακτηριστεί από την παγκόσμια κοινότητα «Πράσινος Πατριάρχης».

Ο άνθρωπος και το περιβάλλον: Ορθόδοξη θεολογική προσέγγιση

Του Μητροπολίτη Περγάμου κ. Ιωάννη, Ακαδημαϊκού
[Από τα Πρακτικά του Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου «Επιστήμες Τεχνολογίες αιχμής και Ορθοδοξία», 4-8 Οκτωβρίου 2002]

Η ομιλία μου έρχεται σε μια στιγμή που οι προσδοκίες από την Εκκλησία είναι ίσως μεγαλύτερες από ότι θα μπορέσει η ταπεινή μου αυτή ομιλία να ικανοποιήσει. Παρ' όλα αυτά θα προσπαθήσω, λαμβάνοντας υπόψη ότι στον χώρο αυτό συναντώνται η θεολογία με την επιστήμη και συνεπώς θα μοιράσουμε, θα έλεγα, το χρέος μεταξύ μας. Kαι η πεποίθηση που θα απορρεύσει από αυτή την ομιλία νομίζω είναι ότι ούτε η Εκκλησία μόνη της μπορεί να δώσει τη λύση αλλά ούτε και η επιστήμη μόνη της μπορεί να δώσει τη λύση στο μεγάλο αυτό πρόβλημα. Πρέπει μαζί να φροντίσουμε γι' αυτό. Όντως ευχαριστώ θερμά τον Μακαρ. Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Χριστόδουλο και τους οργανωτές του σημαντικού αυτού συνεδρίου για την πρόσκληση να λάβω μέρος και να μιλήσω στην εκλεκτή αυτή ομήγυρη. Πέρα από την μεγάλη τιμή που αισθάνομαι να περιποιεί στην ταπεινότητά μου η πρόσκληση αυτή, η πραγματοποίηση ενός τέτοιου συνεδρίου, στο οποίο διαπρεπείς εκπρόσωποι των θετικών επιστημών συναντώνται με εκπροσώπους της Εκκλησίας και της θεολογίας για να προβληματιστούν από κοινού ως προς το χρέος όλων μας έναντι του Θεού, του ανθρώπου και της ιστορίας.

Κατά την είσοδό μας στην τρίτη μ.Χ. χιλιετία, η πρωτοβουλία αυτή της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος αποδεικνύει με πόσο υψηλό αίσθημα ευθύνης αντιμετωπίζει η ηγεσία της Εκκλησίας αυτής τα υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου. Ο διάλογος μεταξύ επιστήμης και θεολογίας αποτελεί ζωτική ανάγκη στην εποχή μας, δεδομένου ότι ο σύγχρονος άνθρωπος έχει εναποθέσει μεγάλο μέρος των προσδοκιών του σε ένα τέτοιο διάλογο. Επιστήμη και θεολογία. Οι δύο αυτοί κατά το παρελθόν αντίπαλοι, που έφθασαν στο σημείο του πλήρους διαχωρισμού των αρμοδιοτήτων τους, βλέπουν πλέον ότι έχουν ανάγκη ο ένας τον άλλον, αν δεν πρόκειται να οδηγήσουν τον άνθρωπο και τον κόσμο στην καταστροφή. Τα τεράστια προβλήματα που δημιουργεί η ραγδαία πρόοδος των θετικών επιστημών και της τεχνολογίας στην εποχή μας καθιστoύν διαρκώς και περισσότερο αναγκαία την ανάπτυξη των πνευματικών και ηθικών δυνάμεων του ανθρώπου, ενώ η αδιαφορία της Εκκλησίας και της θεολογίας για το φυσικό κόσμο και την υλική κτίση εν ονόματι δήθεν της αποκλειστικά πνευματικής της αποστολής αποδεικνύεται πλέον απαράδεκτη ή και επικίνδυνη. Οι διαπιστώσεις αυτές προβάλλουν ως αυτονόητες και προφανείς σε σχέση με το λεγόμενο οικολογικό πρόβλημα. Αποτελεί πλέον γενική συνείδηση ότι η οικολογική κρίση είναι ίσως το σοβαρότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα στις μέρες μας και το ακούσαμε αυτό ανάγλυφα στις προηγούμενες ομιλίες. Ίσως ακούγεται αυτό ως υπερβολή αλλά δύσκολα θα βρεθεί σοβαρός επιστήμονας και υπεύθυνος παρατηρητής της πορείας των πραγμάτων ο οποίος θα διαφωνούσε. Αν συνεχίσουμε την πορεία αυτή η πρόβλεψη ενός αποκαλυπτικού τερματισμού της ζωής, όπως και ο κ. Πρόεδρος ανέφερε προηγουμένως, τουλάχιστον στην ανθρώπινη μορφή της δεν είναι ζήτημα προφητείας αλλά αναπόφευκτη κατάληξη.

Μόλις προ ημερών διαβάσαμε στον τύπο την πρόβλεψη του διαπρεπούς επιστήμονα Steven Hawking ότι το φαινόμενο του θερμοκηπίου θα οδηγήσει κατά αυτόν σε πλήρη αφανισμό της ανθρώπινης ζωής μέχρι το 3000 μ.Χ. και ότι ο μόνος τρόπος για να διασωθεί η ζωή θα είναι, κατά την γνώμη του, η μεταφορά της σε άλλους πλανήτες. Ενώπιον αυτής της καταστάσεως το χρέος της Εκκλησίας και της θεολογίας είναι προφανές και επιτακτικό. Είναι δε ένα χρέος που δεν μπορεί να εξοφληθεί χωρίς τη συνεργασία με την επιστήμη, όπως είπα προηγουμένως. Έχει ήδη παρατηρηθεί από τον αμερικανό ιστορικό Lynn Whites ότι οι ιστορικές ρίζες του οικολογικού προβλήματος βρίσκονται στην χριστιανική θεολογία, -αλίμονο!- θα διευκρίνιζα βεβαίως στην δυτική χριστιανική θεολογία. Χωρίς μια συγκεκριμένη αντίληψη για τις σχέσεις του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον δεν θα είχαμε την κρίση αυτή και χωρίς μια ορθή αντίληψη για την σχέση αυτή δεν θα ξεπεραστεί αυτή η κρίση. Το οικολογικό πρόβλημα έχει πελώριες πνευματικές διαστάσεις. Χωρίς την θεραπεία του ανθρώπου από τον εγωκεντρισμό, τον ευδαιμονισμό, την περιφρόνηση προς τον υλικό κόσμο, η οικολογική κρίση απλώς θα επιδεινώνεται. Πρέπει να αλλάξει η ανθρώπινη νοοτροπία και συμπεριφορά. Δεν επαρκεί η επιστήμη για αυτό χωρίς την Εκκλησία.

Όλα αυτά αναδεικνύουν τη σημασία που έχει το θέμα που μου ανατέθηκε στην σημερινή ομιλία. Άνθρωπος και φυσικό περιβάλλον. Τι θα είχε να πει η Ορθόδοξη θεολογία για το θέμα αυτό που είναι τόσο ζωτικής σημασίας για το οικολογικό πρόβλημα; Πρώτον, η αποξένωση του ανθρώπου από το φυσικό περιβάλλον. Η σχέση του ανθρώπου με την φύση αποτελεί εξ ορισμού οξύ και, θα έλεγε κανείς, τραγικό πρόβλημα. Από το ένα μέρος ο άνθρωπος αισθάνεται πως είναι μέρος οργανικό του φυσικού κόσμου που τον περιβάλλει, ότι δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αυτόν και ότι είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό δέσμιός του. Όπως απεκάλυψε και προέβαλε με έμφαση η φιλοσοφία του υπαρξισμού στην εποχή μας, η τραγωδία του ανθρώπου βρίσκεται στο ότι έχει ριχτεί μέσα στον κόσμο και προσπαθεί να επιβιώσει αγωνιζόμενος και αντιπαλεύοντας προς έναν κόσμο εχθρικό. Αυτό σημαίνει ότι σε αντίθεση προς τα άλλα όντα ο άνθρωπος εξ ορισμού τείνει να υπερβεί τον υλικό κόσμο του οποίου οργανικό μέρος είναι, αισθανόμενος ότι και ανήκει και δεν ανήκει σε αυτόν, ότι η πατρίδα του και ο προορισμός του ξεπερνούν αυτόν τον κόσμο στον οποίο ζει και του οποίου είναι όμως οργανικό μέρος.

Έτσι τίθεται βιωματικά και στην συνέχεια λογικά, δηλαδή φιλοσοφικά ακόμη και επιστημονικά, το ερώτημα της ταυτότητας ή του ορισμού του ανθρώπου. Τι είναι ο άνθρωπος; «Τι εστίν άνθρωπος ότι μιμνήσκειν αυτού;» ρωτάει ο ψαλμωδός τον Θεό. Ο ορισμός του ανθρώπου έχει επιχειρηθεί πολλές φορές στην ιστορία χωρίς αναφορά και συσχέτιση προς το φυσικό περιβάλλον. Κλασική περίπτωση είναι η αρχαία ελληνική φιλοσοφία στην πλατωνική κυρίως μορφή της, αλλά και πολλές θεολογικές αντιλήψεις διαμέσου των αιώνων επηρεασμένες πάντοτε σε τελική ανάλυση από τον πλατωνισμό αμέσως ή εμμέσως. Κύρια μορφή του ορισμού αυτού υπήρξε η έννοια της ψυχής. Η ταυτότητα του ανθρώπου βρίσκεται στην ψυχή, η οποία δεν αποτελεί οργανικό μέρος του φυσικού κόσμου, αλλά είναι αυθύπαρκτη και αυθυπόστατη, η ουσία της είναι πνευματική και όχι υλική και επιβιώνει ανεξάρτητα από το σώμα, δηλαδή από την σχέση της με τον υλικό φυσικό κόσμο. Η πλατωνική αυτή αντίληψη επέδρασε βαθύτατα στην χριστιανική παράδοση και οι συνέπειές της υπήρξαν βαρυσήμαντες για το οικολογικό πρόβλημα. Η ταύτιση του ανθρώπου με την ψυχή του οδήγησε στις εξής αντιλήψεις στην διαδρομή της ιστορίας.

Πρώτον, στην αντίληψη ότι ο χώρος και ο χρόνος, που αποτελούν ουσιώδη συστατικά του φυσικού κόσμου που μας περιβάλλει, αποτελούν μαζί με το φθαρτό σώμα φυλακή της ψυχής. Ο άνθρωπος για να βρει τον εαυτό του πρέπει να απελευθερωθεί από το σώμα του, από τον χώρο και τον χρόνο, δηλαδή από το φυσικό του περιβάλλον και να ζήσει μια άυλη και άχρονη ύπαρξη σε μια αιωνιότητα που δεν συνδέεται με τον υλικό κόσμο.

Δεύτερον, αφού ο άνθρωπος μπορεί να νοηθεί χωρίς την σχέση του με τον φυσικό κόσμο, σε τελική ανάλυση δεν έχει καμιά σημασία για τον άνθρωπο αν ο φυσικός κόσμος που τον περιβάλλει αφανιστεί. Μάλιστα για πολλούς εκπροσώπους της αρχαίας χριστιανικής θεολογίας, όπως ο Ωριγένης και εν μέρει και ο Αυγουστίνος, στη βασιλεία του Θεού, δηλαδή στον έσχατο προορισμό και στην κατάληξη του ανθρώπου, θα επιζήσουν μόνο ψυχές. Ο φυσικός κόσμος εκτός των ψυχών των ανθρώπων και των ασωμάτων αγγέλων είναι προορισμένος να χαθεί. Στο ερώτημα «τι εστιν άνθρωπος;» η απάντηση είναι στην περίπτωση αυτή, άυλο πνεύμα, ψυχή αθάνατη και αιώνια, κάτι που μπορεί να νοηθεί χωρίς το σώμα και το φυσικό περιβάλλον.

Παρόμοια προσπάθεια ταυτισμού και ορισμού του ανθρώπου χωρίς αναφορά στο φυσικό περιβάλλον, μια τροποποιημένη μορφή του πλατωνικού ψυχοκεντρισμού, έγινε κυρίως στην Δύση κατά τον Μεσαίωνα και τους νεότερους χρόνους με τον ορισμό του ανθρώπου ως λογικού και σκεπτόμενου όντος. Στο ερώτημα «τι εστιν άνθρωπος;», η απάντηση που δόθηκε στην περίπτωση αυτή ήταν «ζώον λογικόν» που εσήμαινε δυνάμενο να σκέπτεται, να έχει συνείδηση του εαυτού του και του κόσμου. Οι ρίζες του ορισμού αυτού ανάγονται στον Αυγουστίνο και τον Βοήθιο, κορυφώνονται όμως στον αυγουστίνιο μοναχό Καρτέσιο, τον πατέρα του διαφωτισμού και εν πολλοίς της μαθηματικής και φυσικής επιστήμης των νεοτέρων χρόνων με την περίφημη φράση του: «cogito ergo sum».

Οι συνέπειες της αποσυνδέσεως αυτής του ανθρώπου από το φυσικό περιβάλλον υπήρξαν καίριες για την οικολογία. Έτσι, πρώτον, ο άνθρωπος ανέπτυξε τις διανοητικές του ικανότητες μονομερώς και ανεξάρτητα από το σώμα του. Η ανάπτυξη των Μαθηματικών ως οργάνου παραγωγής καθαρής διανοήσεως (intelligence) οδηγεί ραγδαία ήδη στη δημιουργία σκεπτομένων όντων τα οποία δεν έχουν ανάγκη του ανθρωπίνου σώματος για να παράγουν νόηση. Το πρόβλημα, το οποίο με τόση εμβάθυνση και λεπτότητα ανέλυσε στην εισαγωγική του ομιλία στο συνέδριο αυτό ο ακαδημαϊκός κύριος Αρτεμιάδης, είναι πλέον αν απέμεινε το συναίσθημα ή η βούληση για το ον που λέγεται άνθρωπος, η αδύνατη νόηση, ή αν και αυτό έχει θυσιαστεί, η δυνατή νόηση, στον βωμό της καθαρής, δηλαδή της ασώματης νοημοσύνης. Από την άποψη της οικολογίας πάντως το καίριο και σημαντικό είναι ότι η νοημοσύνη αποσπάστηκε τόσο ριζικά από το ανθρώπινο σώμα ώστε να το καταργεί και να το αχρηστεύει. Αυτό είναι το πρόβλημα. Αυτό είναι και με τους computers και το internet. Και αυτό κάνει πολύ αμφισβητήσιμη, κατά την ταπεινή μου γνώμη, την αθωότητα της ουδετερότητας με την οποία προσεγγίζουμε συνήθως στην Εκκλησία τα επιτεύγματα αυτά της τεχνολογίας.

Ο μέγας και φοβερός κίνδυνος από τα επιτεύγματα αυτά δεν είναι μήπως μολυνθούν οι ψυχές των ανθρώπων από ανήθικες ιδέες και προγράμματα. Λες και δεν αρκεί η ανθρώπινη φαντασία στις καθημερινές εκφάνσεις της να τις μολύνει. Αλλά το ότι καταργείται σιγά σιγά το σώμα ως όργανο νοήσεως, αφού σκεπτόμεθα, επικοινωνούμε, ψωνίζουμε ακόμη και ερωτευόμαστε χωρίς το σώμα, αυτό το μοναδικό όργανο που μας συνδέει με το φυσικό μας περιβάλλον και με τους άλλους. Το σώμα πλέον αδυνατεί να παρακολουθήσει τη νόηση και την πληροφόρηση. Είναι τόσο ραγδαία η αύξηση της πληροφορήσεως που δεν μπορεί να την παρακολουθήσει το σώμα. Δεύτερον, ο άνθρωπος ανέπτυξε τις νοητικές του ικανότητες στην περίοδο κυρίως του Μεσαίωνα και εφεξής στους νεότερους χρόνους, σε βάρος του φυσικού του περιβάλλοντος.

Αυτό υπήρξε συνέπεια δύο παραγόντων. Πρώτον, του ότι διαπίστωσε ο άνθρωπος πόση δύναμη περικλείει η νόηση. Δεν είναι τυχαίο το ότι αυτός που προέφερε το «cogito ergo sum» έγραφε ήδη τον 17ο αιώνα στο «Discours de la methode», επί λέξει: «Με την πρόοδο της επιστήμης μπορούμε να φθάσουμε σε γνώσεις που θα ήταν πάρα πολύ χρήσιμες στην ζωή και θα μπορούσαμε να βρούμε μια πρακτική με την οποία η δύναμη και οι ενέργειες της φωτιάς, του νερού, του αέρα, των άστρων, των ουρανίων και όλων των άλλων σωμάτων που μας περιβάλλουν, το φυσικό περιβάλλον δηλαδή, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις κατάλληλες χρήσεις και έτσι να γίνουμε κύριοι και κάτοχοι της φύσεως», «maitre et possesseur de la nature». Το οικολογικό βάρος των λόγων αυτών του Καρτεσίου βρίσκεται στις έξι τελευταίες λέξεις, «κύριοι και κάτοχοι της φύσεως», ακριβώς χάρη στο «cogito ergo sum», δηλαδή στην δύναμη της γνώσεως. Γι' αυτό ο Francis Bacon, σε πιο ωμή ακόμα γλώσσα, απευθύνεται στον άνθρωπο και του λέει, «σου φέρνω τη φύση με όλα τα παιδιά της για να την κάνεις δέσμια στην υπηρεσία σου, σκλάβα σου». Θέλουμε μήπως άλλη πιο σαφή απόδειξη του πού έγκειται η ρίζα της οικολογικής μας κρίσεως; Στην απομόνωση και έξαρση της νοητικής ικανότητας ως του κυρίου χαρακτηριστικού της ταυτότητας του ανθρώπου. Βεβαίως η κριτική στην στάση αυτή έρχεται εύκολα στον νου μας. Μήπως δεν φταίει η έξαρση της νόησης αλλά η κακή χρήση της; Κάτι παρόμοιο λέμε και για το internet. Mήπως τελικά το πρόβλημα έγκειται στην κακή χρήση του;

Αν είναι έτσι τα πράγματα, τότε το βάρος πέφτει στην ηθική και όχι στην οντολογία. Το πρόβλημα δηλαδή δεν είναι ότι εξαίρουμε τη νοημοσύνη μας εις βάρος του φυσικού κόσμου αλλά ότι κάνουμε κακή χρήση της νοημοσύνης μας. Η λύση του οικολογικού προβλήματος τοποθετείται έτσι στην ηθική. Αλλά μια ηθική χωρίς οντολογική βάση, δηλαδή χωρίς να βασίζεται στην αλήθεια είναι από θεολογικής πλευράς απαράδεκτη. Το θέμα έτσι είναι όχι αν ο άνθρωπος ενεργεί σωστά ή όχι, ηθική, αλλά αν ενεργεί σύμφωνα με την αλήθεια του είναι του, της ταυτότητάς του. Το θέμα αυτό έχει άμεση σχέση με τον διάλογο επιστήμης και θεολογίας. Είναι πολύ εύκολο και αυτό συμβαίνει συνήθως, η επιστημονική αλήθεια και η θεολογική αλήθεια να μην συμπίπτουν ούτε να μας ενδιαφέρει αν συμπίπτουν ή όχι. Ο επιστήμονας έχει την δική του αλήθεια, τη φυσική, τη γνώση της φύσεως, και ο θεολόγος την πνευματική, αυτήν που πηγάζει από την πίστη. Αν είναι έτσι τότε πού θα συναντηθεί ο επιστήμονας με τον θεολόγο;

Όχι ασφαλώς στο σημείο της αλήθειας, αφού πρόκειται για δύο διαφορετικές αλήθειες. Συνήθως το σημείο της συναντήσεώς τους είναι η ηθική. Και οι δύο συμφωνούν στο ότι κάτι είναι καλό ή κακό, επιτρεπτό ή όχι κ.λπ. Αλλά με ποια κριτήρια; Προφανώς με κριτήρια ηθικών αξιών και κανόνων αποδεκτών αμφοτέρως. Ας συγκεκριμενοποιήσουμε το θέμα αυτό στο πρόβλημα του ανθρώπου και του φυσικού περιβάλλοντος. Όλοι, επιστήμονες και θεολόγοι, διαπιστώνουμε ότι το φυσικό περιβάλλον βλάπτεται από την έξαρση της ανθρώπινης νοημοσύνης έναντι της υλικής φύσεως. Αν θελήσουμε να λύσουμε το πρόβλημα με τη βοήθεια της ηθικής, θα πούμε ότι δεν βλάπτει η έξαρση αυτή αρκεί να μην κάνουμε κακή χρήση. Αν όμως βάλουμε το μαχαίρι μέχρι το κόκαλο, μέχρι το μεδούλι της αλήθειας, τότε θα διερωτηθούμε από κοινού, επιστήμονες και θεολόγοι, μήπως η έξαρση της νοημοσύνης έναντι της σωματικής και φυσικής υποστάσεως του ανθρώπου και του περιβάλλοντός του προσκρούει στην αλήθεια του τι είναι άνθρωπος; Μήπως δηλαδή με όλα αυτά αλλοιώνουμε την έννοια του ανθρώπου; Στο ερώτημα αυτό δεν μπορούμε να αφήσουμε τον θεολόγο και τον επιστήμονα να έχουν τις δικές τους ο καθένας απόψεις. Η αλήθεια για το τι είναι άνθρωπος πρέπει να είναι κοινή μεταξύ επιστήμης και θεολογίας. Δεν μπορούμε να παίζουμε με δύο αλήθειες, εκείνη της γνώσεως και εκείνη της πίστεως. Ο επιστήμονας που είναι πιστός στο προσευχητάρι του αλλά αδιάφορος για το αν αυτό που διαπιστώνει στο εργαστήριο συμβιβάζεται ή όχι με τα δόγματα της πίστεώς του, έχει διχαστεί σχιζοφρενικά. Και εν πάση περιπτώσει έχει καταστήσει τον διάλογο επιστήμης και τεχνολογίας αδύνατο. Έτσι το θέμα της σχέσεως ανθρώπου και φυσικού περιβάλλοντος σε ένα πραγματικό διάλογο επιστήμης και τεχνολογίας θα πρέπει να επικεντρωθεί στο ερώτημα: Ποια σχέση του ανθρώπου με το φυσικό του περιβάλλον προσιδιάζει στην αλήθεια της ταυτότητάς του;

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να συγκλίνει όσο περισσότερο γίνεται μεταξύ επιστήμης και θεολογίας. Κάθε απόκλιση πρέπει να ελέγχεται και να μην αποδίδεται απλώς σε διαφορετικές προϋποθέσεις. Μόνο έτσι η κοινή στάση θεολογίας και επιστήμης στο πρόβλημα του περιβάλλοντος θα έχει στέρεες οντολογικές και όχι απλώς ηθικές βάσεις. Έτσι πάμε στο δεύτερο σημείο. Η αλήθεια του ανθρώπου στη σχέση του με το φυσικό περιβάλλον κατά την Ορθόδοξο θεολογία.

Ας αρχίσουμε διευκρινίζοντας τι θέλουμε να πούμε με τον όρο Ορθόδοξη θεολογία. Δεν εννοούμε την θεολογία των Ορθοδόξων δογματικών εγχειριδίων. Ούτε μια βιωματική λεγόμενη θεολογία που αδιαφορεί για τα δόγματα της Εκκλησίας. Εννοούμε την θεολογία όπως διαμορφώθηκε στις βασικές της γραμμές από τους Πατέρες της Εκκλησίας, στην προσπάθειά τους να εκφράσουν σε διάλογο με την εποχή τους την πίστη του Ευαγγελίου. Και όπως αυτή βιώθηκε στο σώμα της Εκκλησίας, στη λατρεία, στην άσκηση και στο ήθος των μελών της. Με την επεξήγηση αυτή, ας επιχειρήσουμε να διαγράψουμε τους βασικούς άξονες της αντιλήψεως της Ορθοδόξου θεολογίας για την σχέση ανθρώπου και φυσικού περιβάλλοντος έχοντας πάντοτε κατά νουν το ερώτημα της αλήθειας για το τι είναι άνθρωπος.

Πρώτον, ο άνθρωπος είναι ψυχοσωματική οντότητα. Η αλήθεια του ανθρώπου δεν έγκειται στην ψυχή του αλλά στην οργανική ενότητα ψυχής, σώματος και κατά τινες πατέρες και πνεύματος. Αυτό είναι τόσο βασικό στην Ορθόδοξο πίστη ώστε κάθε αμφισβήτησή του να συνιστά αίρεση. Ο Ωριγένης που τοποθέτησε την ταυτότητα του ανθρώπου στην ψυχή του, ώστε να κάνει λόγο για προΰπαρξη των ψυχών προ της υλικής δημιουργίας του κόσμου, καταδικάστηκε από τους Πατέρες και από την Ε' Οικουμενική Σύνοδο ως αιρετικός. Η ψυχή του ανθρώπου γεννιέται μαζί με το σώμα του και το σπουδαιότερο δεν αναπαύεται τελικά αν δεν ανακτήσει το σώμα της. Ο αείμνηστος πατήρ Γεώργιος Φλωρόφσκι, ο μεγαλύτερος ίσως θεολόγος των χρόνων μας, το έθεσε επιγραμματικά: «το σώμα χωρίς την ψυχή είναι πτώμα, μα και η ψυχή χωρίς το σώμα είναι φάντασμα, δεν είναι σε καμιά περίπτωση άνθρωπος. Δεν είναι η αλήθεια του ανθρώπου». Με το λόγο ακριβώς αυτό αποτελεί δόγμα του συμβόλου της πίστεώς μας, ότι προσδοκούμε ανάσταση νεκρών, στα αρχαία σύμβολα σαρκός ή σωμάτων. Κάθε ανάπαυση του Ορθοδόξου στην ιδέα της αθανασίας της ψυχής και κάθε εξασθένιση της προσδοκίας της αναστάσεως των σωμάτων, πράγμα, αλίμονο, συνηθέστατο μεταξύ των Ορθοδόξων, αποτελεί παρέκκλιση από την αλήθεια του ανθρώπου, δηλαδή αίρεση.

Δεύτερο σημείο, αν είναι έτσι τα πράγματα ως προς την αλήθεια του ανθρώπου, τότε δεν μπορούμε να λέμε ότι ο άνθρωπος έχει σώμα αλλά είναι σώμα. Αυτό θα πει ότι το σώμα είναι στοιχείο της αλήθειας του, του είναι του. Αλλά αν είναι έτσι, τότε ο άνθρωπος στην αλήθεια του είναι του είναι αδιάρρηκτα δεμένος με το φυσικό του περιβάλλον. Διότι πώς μπορεί να νοηθεί το ανθρώπινο σώμα χωρίς την υπόλοιπη υλική δημιουργία; Όσοι πιστεύουν ότι στα έσχατα θα αναστηθεί το ανθρώπινο σώμα, αλλά δεν θα επιβιώσει ο υλικός κόσμος, ασφαλώς εννοούν ένα σώμα μυθικό, εξωπραγματικό. Ο Άγιος Μεθόδιος Ολύμπου, πολεμώντας τον Ωριγένη, υποστηρίζει ότι δεν είναι δυνατόν ο Θεός να αναστήσει τα σώματα, αν δεν διασώσει ολόκληρη την υλική δημιουργία. Το σημείο αυτό συνδέεται όπως θα δούμε, ιδιαίτερα με το οικολογικό πρόβλημα. Κάθε επιστημονική και τεχνολογική κατάκτηση που καταργεί ή αποδυναμώνει τον ρόλο του σώματος στην γνώση, αντιβαίνει όχι στην ηθική αλλά στην αλήθεια, την οντολογία του ανθρώπου.

Τρίτο σημείο, ακριβώς λόγω αυτής της αδιάρρηκτης και οντολογικής σχέσεως του ανθρώπου με το σώμα του και δι' αυτού με το φυσικό του περιβάλλον, οι Πατέρες της Εκκλησίας περιγράφουν τον άνθρωπο ως μικρόκοσμο, ο οποίος εμπεριέχει τον μακρόκοσμο και συνδέει με το σώμα του τα υλικά με τα νοητά. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού προκειμένου να σώσει τον άνθρωπο έγινε σαρξ, δηλαδή πήρε επάνω του και το στοιχείο εκείνο του ανθρώπου που τον συνδέει με το φυσικό του περιβάλλον. Αν η αλήθεια του ανθρώπου βρισκόταν στην ψυχή του, θα έπαιρνε μόνο την ανθρώπινη ψυχή. Παίρνοντας το ανθρώπινο σώμα, έδειξε ότι ο άνθρωπος θα ήταν αδιανόητος χωρίς το σώμα του και ότι δεν ήλθε να σώσει ο Χριστός μόνο τον άνθρωπο αλλά και όλη την κτίση. Μεγαλύτερη καταξίωση του φυσικού περιβάλλοντος δεν θα μπορούσε να υπάρξει.

Τέταρτο, όλα αυτά καταδεικνύουν την οργανική σύνδεση και, θα έλεγα, εξάρτηση του ανθρώπου από το φυσικό του περιβάλλον. Το ότι ο άνθρωπος δεν έχει σώμα αλλά είναι σώμα, υποδηλώνει ότι χωρίς το φυσικό περιβάλλον παύει να υπάρχει ο άνθρωπος. Η αλήθεια του ανθρώπου συνδέεται αδιάρρηκτα με την υπόλοιπη υλική κτίση. Η αλήθεια αυτή θεμελιώνεται στο ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από τον Θεό στο τέλος της Δημιουργίας και αφού είχε προηγηθεί η δημιουργία του υλικού κόσμου και όλου του ζωικού βασιλείου. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα γνωστικά συστήματα ο άνθρωπος εμφανίζεται πριν δημιουργηθεί ο υλικός και ζωικός κόσμος. Στην Αγία Γραφή συμβαίνει το αντίστροφο. Αυτό δηλώνει την εξάρτηση του ανθρώπου από όλη την προηγουμένη δημιουργία και ιδιαίτερα από το ζωικό βασίλειο. Η θεωρία της εξελίξεως και, εδώ άπτομαι ίσως ευαισθησιών, κανένα πρόβλημα δεν παρουσιάζει για την θεολογία από την άποψη αυτή. Αντίθετα είναι ευπρόσδεκτη κατά το ότι αποδεικνύει ότι ο άνθρωπος είναι άρρηκτα δεμένος με την υπόλοιπη υλική κτίση καθώς και κατά το ότι η νοημοσύνη για την οποία τόσο πολύ καυχάται και με την οποία καθυποτάσσει και εκμεταλλεύεται την υλική κτίση, δεν αποτελεί αποκλειστικό ιδίωμα του ανθρώπου αλλά μόνο διαφορά βαθμού όχι είδους από τα ζώα, όπως παρατήρησε ο Δαρβίνος. Η θεωρία της εξελίξεως στην σοβαρή και όχι στην γελοιοποιημένη εκδοχή της, καταγωγή από τον πίθηκο κ.λπ., αναφέρεται όχι στο ποιος αλλά στο πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος. Και μόνο η σύγχυση των δύο αυτών ερωτημάτων, όπως συμβαίνει σε μια φονταμενταλιστική προσέγγιση της γραφής, μπορεί να αποτελέσει απειλή για την χριστιανική πίστη. Μια προσεκτική μελέτη των ομιλιών του Μ. Βασιλείου στην «Εξαήμερο» πείθει περί της εξελικτικής δημιουργίας των ειδών. Θεολογία και βιολογία δεν έχουν λόγο να αντιδικούν στο ζήτημα αυτό.

Πέμπτο, το ότι όμως ο άνθρωπος εμφανίζεται στο τέλος της δημιουργίας, δεν υποδηλώνει απλώς την εξάρτησή του από το φυσικό του περιβάλλον. Αυτό το δέχονται μετά χαράς όλοι οι περιβαλλοντολόγοι. Εκείνο που δεν φαίνεται να έχουν εντελώς αποδεχθεί είναι ότι και το φυσικό περιβάλλον έχει ανάγκη του ανθρώπου για να υπάρξει. Ο λόγος για τον οποίον δεν το αποδέχονται είναι ιστορικός. Εφόσον κάποτε, σύμφωνα και με την θεωρία της εξελίξεως και με την Γραφή, υπήρχαν τα άλλα είδη χωρίς τον άνθρωπο, άρα μπορούν να υπάρξουν και στο μέλλον χωρίς αυτόν. Στο σημείο αυτό η Ορθόδοξη θεολογία διαφοροποιείται. Η υλική κτίση υπάρχει για να κορυφωθεί στον άνθρωπο, σ' αυτήν την κορωνίδα όλης της δημιουργίας, όπως την καλούν οι Πατέρες. Ο Άγιος Μάξιμος ιδιαίτερα, ταυτίζοντας τον κατ' εξοχήν, τον αληθινό άνθρωπο με τον Χριστό, επιμένει ότι τα πάντα δημιουργήθηκαν με στόχο τον άνθρωπο. Χωρίς τον άνθρωπο όλη η κτίση καταρρέει. Η οντολογία, η αλήθεια της κτίσεως δεν είναι ιστορική, πρωτολογική αλλά τελεολογική, εσχατολογική. Και στην έσχατη αλήθεια του κτιστού κόσμου κείται ο άνθρωπος. Η αντίληψη αυτή των Πατέρων έρχεται στην σκέψη μας όταν βρισκόμαστε μπροστά σε σύγχρονες θεωρίες της φυσικής και της κοσμολογίας, όπως η λεγόμενη ανθρωπική αρχή. Στον πρόλογο του κλασικού πλέον έργου των Barrow and Tipler, «The Anthropic Cosmological Principle», διαβάζουμε: «δεν είναι μόνον ότι ο άνθρωπος προσαρμόζεται εις τον κόσμο, ο κόσμος επίσης προσαρμόζεται στον άνθρωπο». Και έχω εδώ ένα κομμάτι που δεν θα σας κουράσω να σας το διαβάσω.

Έτσι «τί εστίν άνθρωπος ότι μιμνήσκειν αυτού;». Όλα για τον πρίγκηπα έγιναν, η επιστήμη συμφωνεί με την θεολογία. Αλλά η επιστήμη μας λέει ότι ο κόσμος αυτός θα τελειώσει. Ακούω ότι το είπε και μάλιστα σε συγκεκριμένο χρόνο ο ακαδημαϊκός κ. Κοντόπουλος. Και μαζί του ο άνθρωπος. Ενώ η ιδεολογία μας διαβεβαιώνει ότι ο κόσμος θα σωθεί από την καταστροφή μαζί με τον άνθρωπο. Υπάρχει εδώ σημείο συναντήσεως θεολογίας και επιστήμης; Σε ένα πρόσφατο βιβλίο του, ο ένας από τους συγγραφείς του έργου που προαναφέραμε, ο Tipler, με τον σαγηνευτικό τίτλο «The Physics of Immortality», «η Φυσική της Αθανασίας», επιχειρεί να αποδείξει ότι η αθανασία του ανθρώπου είναι ιδέα συμβατή, ίσως και αναγκαία, με την Φυσική. Την όλη επιχειρηματολογία του την συνδέει βέβαια με την μετάβαση της ανθρώπινης ζωής σε άλλους πλανήτες.

Παραμένει όμως εδώ ένα κενό μεταξύ επιστήμης και Oρθοδόξου θεολογίας. Για την θεολογία, η αθανασία είναι δωρεά του Θεού και όχι φυσική αναγκαιότητα. Ο άνθρωπος είναι κτιστός και κατά συνέπεια από την φύση του θνητός. Αν όμως δούμε τον άνθρωπο χριστολογικά, τότε ίσως χωρέσει μέσα στην φύση, μέσα στην αλήθεια του κτιστού η έννοια της αθανασίας. Μπορεί όμως η επιστήμη να συναντήσει την θεολογία στον χώρο της χάριτος; Μπορεί να δει τον κόσμο σαν δώρο της ελευθερίας ενός προσώπου και όχι απλώς σαν παρατήρηση φαινομένων; Από την στιγμή που η Φυσική άρχισε να προβληματίζεται με το ερώτημα της αρχής του κόσμου και του τέλους του και από την ώρα που βρέθηκε τόσο κοντά στην έννοια της εκ του μηδενός δημιουργίας, έχει ήδη αγγίξει την έννοια της χάριτος. Αν η αρχή του κόσμου δεν ανάγεται στον ίδιο τον κόσμο, η χάρη, και αν δεν αποδεικνύεται ή ομολογείται, πάντως εξυπακούεται. Το ίδιο ισχύει και για το τέλος του φυσικού κόσμου.

Έκτο και τελευταίο σημείο της Oρθοδόξου ανθρωπολογίας. Ο άνθρωπος δεν βρίσκεται μόνο σε σχέση εξάρτησης από την φύση αλλά και σε σχέση διαλεκτική μαζί της. Αυτό είναι το νόημα της έννοιας του προσώπου. Στην Πατερική Θεολογία το πρόσωπο χρησιμοποιείται για την Αγία Τριάδα και αυτό σημαίνει ότι ως πρόσωπο ο άνθρωπος προσπαθεί να υπερβεί τη φύση και να λειτουργήσει ελεύθερα από αυτήν, όπως ο Θεός. Πρόσωπο θα πει ελευθερία από την φύση αλλά και ελευθερία για την φύση. Και εδώ έγκειται η σπουδαιότητα του προσώπου για την οικολογία. Στην άσκηση της ελευθερίας του, ο άνθρωπος μπορεί να αντιταχθεί στο φυσικό του περιβάλλον και αυτό κάνει με την καταστροφή που επιφέρει. Αλλά μπορεί, εν ονόματι της ίδιας ελευθερίας και να το αγαπήσει και να το σεβαστεί. Με την ίδια ελευθερία με την οποία υπερβαίνει την δουλεία του στην φύση, μπορεί και να αγαπήσει την φύση, διότι την θεωρεί ως δώρο της αγάπης εκείνου Τον οποίον ελεύθερα αγαπά.

Άνθρωπος λοιπόν και φυσικό περιβάλλον, επιστήμη και θεολογία. Πώς συνδέονται αυτά με την οικολογική κρίση που περνούμε; Στην ταπεινή εισήγησή μου επέμεινα στις εξής θέσεις:

α) Η οικολογική κρίση δεν συνδέεται μόνο με την ηθική κρίση του κόσμου, ευδαιμονισμός, ατομικισμός, καταναλωτισμός κ.λπ., αλλά κυρίως και προπάντων με την αλλοίωση της ταυτότητας του ανθρώπου. Η κρίση είναι οντολογική και όχι απλώς ηθική.

β) Στην αλλοίωση αυτή μερίδιο ευθύνης έχουν τόσο η θεολογία όσο και η επιστήμη. Η πρώτη στο βαθμό που αποσωμάτωσε την αλήθεια του ανθρώπου και τον απέκοψε από τον υλικό κόσμο με μια «πνευματικότητα» που αποποιείται την ύλη και δεν τονίζει την ανάσταση των σωμάτων ως βασική προϋπόθεση της αλήθειας του ανθρώπου. Η δεύτερη, η επιστήμη, στον βαθμό που καλλιεργεί την νοημοσύνη ως λειτουργία ανεξάρτητη από το σώμα και με τον τρόπο αυτό καταδυναστεύει με την τεχνολογία τον φυσικό κόσμο, επεμβαίνοντας στον τρόπο του είναι του και αλλοιώνοντας επικίνδυνα την αλήθεια της ταυτότητάς του.

γ) Η καταδυνάστευση του φυσικού κόσμου από την ανθρώπινη νοημοσύνη, όχι από τον άνθρωπο, γιατί στρέφεται και κατά του ανθρώπου το φαινόμενο αυτό, ως ψυχοσωματικού όντος, δεν μπορεί να ανατραπεί παρά μόνο με μια κοινή προσπάθεια επιστήμης και θεολογίας να καταδείξουν τον ψυχοσωματικό χαρακτήρα του ανθρώπου και να αναδείξουν το σώμα του ανθρώπου ως κρίκου μεταξύ αισθητών και νοητών ως μέσου κοινωνίας και επικοινωνίας.

δ) Η Ορθόδοξη Εκκλησία καλείται να προβάλλει με όσο πιο μεγάλη έμφαση μπορεί τα δύο μεγάλα οικολογικά της όπλα, την Θεία Ευχαριστία και τον Ασκητισμό. Με το πρώτο βιώνεται η αξία του υλικού κόσμου ως κόσμου του Θεού και με το δεύτερο αποκαθαίρεται το σώμα από ότι το εμποδίζει να είναι όργανο κοινωνίας με τους άλλους, με το φυσικό περιβάλλον και με τον ίδιο τον Θεό. Μια ευχαριστία που δεν είναι φυσική, σωματική σύναξη επί το αυτό, αλλά προσευχή εξ αποστάσεως τηλεοπτικής ή άλλης, είναι ανώφελη.

23.7.07

Church and Environment: Theology, Spirituality, and Sacraments

The Revd Deacon Dr John Chryssavgis

Β΄ ΣΥΝΕΔΡΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΝΕΟΛΑΙΑΣ
ΜΕΛΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ – ΠΟΛΙΤΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
ΠΟΛΙΣ, 11 – 16 ΙΟΥΛΙΟΥ 2007


A NEW HEAVEN AND A NEW EARTH

I. Introduction

Allow me to take you back on a journey to the story of creation. Whenever we think of the Genesis account of creation, we tend to ignore our connection to the environment. Perhaps it is natural reaction – or perhaps it is a sign of arrogance – but we often overemphasize our creation “in the image of God” (Gen. 1:26) and overlook our creation from “the dust of the ground” (Gen. 2:7). Yet, our “heavenliness” should not overshadow our “earthliness.” Most people forget that we human beings did not get a day to ourselves in Genesis. In fact, we shared the sixth day with the creeping and crawling things of the world (Gen. 1:24-26). There is a binding unity and continuity that we share with all of God’s creation; it is helpful to recall this truth.
Of course, in more recent years, we have been painfully reminded of this truth with flora and fauna extinction, soil and forest clearance, as well as air and water pollution. However, our concern for the environment does not result from any superficial or sentimental romanticism. It arises from our effort to honor and dignify God’s creation. It is a way of paying attention to “the mourning of the land” (Hosea 41:3) and “the groaning of creation” (Rom. 8:22).
This is the reason why the Ecumenical Patriarchate has organized, among other initiatives, a number of international and inter-disciplinary symposia over the last decade: in the Aegean Sea (1995) and the Black Sea (1997), along the Danube River (1999) and in the Adriatic Sea (2002), in the Baltic Sea (2003) and on the Amazon River (2006). Like the air that we breathe, water is a source of life; if defiled, the very essence of our existence is threatened. Tragically, however, we appear to be caught up in selfish lifestyles that repeatedly ignore the constraints of nature, which are neither deniable nor negotiable. There will be some things that we learn about our planet’s capacity for survival which we will discover only when things are beyond the point of no return.

II. ORTHODOX THEOLOGY: Three Ways of Perceiving the World

One of the hymns of the Orthodox Church, chanted on the feast of the Epiphany, a feast of renewal and regeneration for the entire world, eloquently articulates this tragedy:
I have become the defilement of the air, the land and the water.
How, then, are we to restore within ourselves a sense of wonder before God’s creation? Our theology presents us with three helpful ways:
· icons (namely, the way we perceive creation);
· liturgy (namely, the way we celebrate creation); and
· asceticism (namely, the way we respect creation).

i. The Iconic Vision of Nature
A sense of the holy in nature implies that everything that breathes praises God (Ps. 150:6); the entire world is a “burning bush of God’s energies,” as Gregory Palamas claimed. When our heart is sensitive, then “our eyes are opened to discern the beauty of created things.” (Abba Isaac the Syrian) Seeing clearly is precisely what icons teach us to do. The world of the icon offers new insights into reality. It reveals the eternal dimension in everything that we experience. Our generation, it may be said, is characterized by a sense of self-centeredness toward the natural world, by a lack of awareness of the beyond. We appear to be inexorably trapped within the confines of our individual concerns. We have broken the sacred covenant between our selves and our world.
Well, the icon restores; it reconciles. The icon reminds us of another way of living and offers a corrective to the culture that we have created, which gives value only to the here and now. The icon reveals the inner vision of all, the world as created and as intended by God. Very often, it is said, the first image attempted by an iconographer is that of the Transfiguration of Christ on Mt. Tabor. This is precisely because the iconographer struggles to hold together this world and the next, to transfigure this world in light of the next. For, by disconnecting this world from heaven, we have in fact desacralized both. The icon articulates with theological conviction our faith in the heavenly kingdom. It does away with any objective distance between this world and the next, between material and spiritual, between body and soul, time and eternity, creation and divinity. The icon speaks in this world the language of the age to come.
This is why the doctrine of the divine incarnation is at the very heart of iconography. For, in the icon of Jesus Christ, the uncreated God assumes a creaturely face, a beauty that is “exceeding” (Ps. 44:2), a “beauty that can save the world.” (Fyodor Dostoevsky) And in Orthodox icons, faces – whether of Christ, or of the saints – are always frontal; two eyes always gaze back at the beholder. The heart becomes “all eyes,” eternally receptive of divine grace. Christ is in our midst, here, Emmanuel (Matt. 1:23). Profile signifies sin; it implies a rupture in communication. “I see” means that “I am seen,” which in turn means that I am in communion. This is the powerful experience of the invisible and the immortal, a passing over – a Passover, or Pascha – to another way of seeing and “a different way of living,” as our Easter hymns proclaim.
Indeed, the entire world is an icon, a door opening up to this new reality. Everything in this world becomes a seed. “Nothing is a vacuum in the face of God,” wrote St. Irenaeus of Lyons; “everything is a sign of God.” Thus, in icons, rivers have a human form; so, too, do the sun and the moon and the stars and the waters. All of them assume human faces; all of them acquire a personal dimension – just like people; just like God.

ii. The Liturgy of Nature
What an icon does with matter, the liturgy does with time. If we are guilty of relentless waste, it is perhaps because we have lost the spirit of worship. We are no longer respectful pilgrims on this earth; we have been reduced to mere tourists. Our original sin lies in our prideful refusal to receive the world as a sacrament of communion.
By liturgical, however, I do not mean ritual. I mean dynamic movement. This world is a never-ending movement toward the kingdom. It is profoundly and intimately related to the heavenly kingdom. This means that what we do on earth matters for what we believe about heaven. The way we relate to other people on earth reflects the way we pray to God in heaven. And, by extension, we respond to nature with the same sensitivity and the same tenderness with which we respond to human beings. We have learned not to treat people like things because they are created “in the image of God.” We must now learn not to treat even things like mere things because they contain the very trace of God.
Liturgy, then, is precisely a commemoration of this innate connection between God and people and things. It is a celebration of the sense of communion; it is a dance of life. When we recognize this inter-dependence of all persons and all things – this “cosmic liturgy,” as St. Maximus the Confessor described it – then we will begin to resolve the environmental crisis. For, then we will have acquired, as St. Isaac the Syrian noted in the same century:
A merciful heart burning with love for all of creation – for humans, birds, beasts, and demons – for all God’s creatures.
The world in its entirety comprises an integral part of the liturgy. God is praised by trees and birds, glorified by the stars and moon (Ps. 18:2), worshiped by sea and sand. There is a dimension of art and music in the world. This means, however, that whenever we reduce our spirituality to ourselves and our own interests, we forget that the liturgy implores God for the renewal of the whole polluted cosmos. And whenever we narrow life to our own concerns and desires, we neglect our vocation to raise creation into the kingdom.

iii. The Way of the Ascetics
Of course, this world does not always feel or even look like heaven; a quick glance at the suffering inflicted through wars is sufficient to bring us to our senses. Nonetheless, St. Paul writes:
Through Christ, God was pleased to reconcile to himself all things, whether on earth or in heaven, by making peace through the blood of his cross (Col. 1:20).
Reference to “the blood of the cross” is a clear indication of the cost involved. There is a price to pay for our wasting. Only a spirit of asceticism can lead to a spirit of gratitude and love, to the rediscovery of wonder and beauty in our relationship with the world. So the ascetic way is a way of liberation. The ascetic is one who is free, uncontrolled by attitudes that abuse the world, characterized by self-restraint, as well as the ability to say “no” or “enough.” The goal of asceticism is moderation, not repression. Its content is positive, not negative: it looks to service, not selfishness; to reconciliation, not renunciation. Without asceticism, none of us is authentically human.
Consider one example of asceticism in our tradition, namely fasting. We fast from dairy and meat products for half the year, almost as if to reconcile one half of the year with the other, secular time with the time of the kingdom. What does fasting imply? To fast is to learn to give, and not simply to give up. It is not to deny but, in fact, to offer; it is learning to share, to connect with human beings and the natural world. Fasting means breaking down barriers with my neighbor and my world: recognizing in others faces, icons; and in the earth the face of God. Ultimately, to fast is to love, to see clearly, to restore the original beauty of the world. To fast is to move away from what I want to what the world needs. It is to liberate creation from control and compulsion. Fasting is to value everything for itself, and not simply for ourselves. It is to be filled with a sense of goodness, of God-liness. It is to see all things in God and God in all things.

III. ORTHODOX PRACTISE: Three Models of Caring for the Earth

Now, if our ecological prayer is to move from the distant periphery of an abstract theology to the center stage of practical living, if Orthodox spirituality is to become “incarnate,” then there are three complementary models that are proposed – and have been tested – by the Orthodox tradition.

i. The Biblical Model
According to this model, the Church is called to be in solidarity with the weakest parts of the Body of Christ. It must stand for the most vulnerable, the helpless or voiceless elements of this world, which according to St. Paul “groan in travail, awaiting their liberation from the children of God” (Rom. 8:22). This implies a kind of cosmic “liberation theology”:
One member cannot say to another, “I have no need of you.” On the contrary, those members that seem to be weaker are indispensable … and our less respectable members are treated with great respect (1 Cor. 12:20-25)
The earth, too, is a member of our body, a part of our flesh, inseparable from our history and our destiny. In the same way as the God of Israel once heard the cry of the poor and the oppressed (Ex. 3 and Jonah 4), God also hears the silent cry of the earth. This is the Biblical covenant, God’s promise to the people of Israel: God listens to the world; God attends to the world; God tends to the smallest details of this earth.

ii. The Ascetic Model
In the second model, we might think of the three “R”s of the ascetic life: renunciation, repentance, and responsibility.
Renunciation is an ancient response – indeed, it is pre-Christian. It is also a universal response – indeed, it is even non-Christian; Aboriginal and Indian peoples know this very well. As we have seen, renunciation is a way of learning to share. Therefore, it has social consequences; it reminds us to use material goods respectfully. Renunciation is about living simply and about simply living;
Repentance is a return to a God-given life “according to nature,” as the Church Fathers would say. In repentance, we confess that we have sinned – you will recall how His All Holiness Ecumenical Patriarch Bartholomew defined the abuse of the natural environment as sin. Moreover, we confess that do not share, that we are self-centered, that we in fact abuse the resources of the earth. Through repentance, we recognize that we have fallen short of our vocation “to serve and preserve the earth” (Gen. 2:15);
Responsibility is our challenge, our choice. Having renounced whatever clutters our mind and our life, and after repenting of our wastefulness, we can direct our lives in love and reverence toward creation and Creator.

iii. The Sacramental Model
And we do this through the sacraments, which have an undeniable and indelible environmental seal. Unfortunately, the sacraments are often reduced to ritual observances. Yet, communion is much more than a way of pious inspiration or individual reward. It is the imperative to share. It is crucial, then, that we recall the sacramental dimension of the world, recognizing that nothing is secular or profane. Everything is created by God and embraced by God. God is – and is within – the very constitution of our world. If God were withdrawn from the world, the world would collapse. Before Vespers each evening, we recite the Ninth Hour and recall our vocation to realize the presence of God “at every hour and every moment, both in heaven and on earth, indeed in all places of his dominion” (Ps. 103:22). Such is the depth of a sacramental worldview.
Orthodox Christians in fact prefer to speak of “mystery” rather than “sacrament,” which tends to imply the acquisition something “objective.” Traditionally, it is said that there are seven mysteries or sacraments. Yet this categorization is neither completely true nor always helpful. The Orthodox Church has never limited itself to seven sacraments, preferring to speak of every moment and aspect of life as being sacramental – from birth through death. Indeed, the funeral service was once also classified as a sacrament in Orthodox liturgical practice. So the sacraments do not work in some magical manner; rather, they function “mystically,” silently permeating the hearts and lives of those, who choose to be open to the possibility of encounter with God – like the flow of blood in the human body. Let us consider the mysteries:
In the sacramental way, Baptism becomes more than merely a formal initiation to some exclusive or closed community. Baptism is a re-creation of humanity and the world in the light of Christ. Through the water of Baptism, we are immersed into the death and resurrection of Christ (Rom. 14:8), being “planted together” (Rom. 6:5) forever with Christ. In a world where water is so carelessly wasted and polluted, the sacrament of Baptism highlights the profound connection between the Spirit of God brooding over “the face of the world,” as in the first moments of Genesis, and the entire universe. The living water of the living God is able to renew and sanctify all of creation.
The sacrament of Chrismation is more than a confirmation of our personal membership in the Body of Christ. It recognizes “the seal of the gift of the Holy Spirit” in all human beings, in all corners of the world, and in all elements of the universe. We are, therefore, called to recognize the face of God in the face of each person as well as in the face of the natural world. The word “chrismation” derives from the Greek chrisma, which means anointing; the “anointed one” is the “Christ,” or the “Messiah” (in Hebrew). Our goal is to be “in Christ” and Christ-like, anointing and healing the entire world.
The sacrament of the Eucharist is of course pregnant with endless possibilities for deepening communion. It is an invitation to conform to the Body of Christ. The Eucharist is not a spiritual reward for rigorous ascetic discipline. Rather, it challenges individuals and communities to work for a just society, where basic food and water are plentiful for all and where everyone has enough.
The sacrament of Confession provides more than simply an opportunity to express remorse for the removal of guilt. Forgiveness provides the grace and space “for giving,” for sharing. It focuses attention on others and on God’s creation – not only on ourselves. It is a way of re-integration into the Body of Christ. But it is also a re-integration into the body of society and the world.
In Marriage, a couple is invited to experience and celebrate communion despite the pain of brokenness, separation and isolation. How unfortunate it is that this sacrament has been conveniently reduced to a social contract, somehow introducing a romanticized urban lifestyle in Western society. In its spiritual sense, marriage is primarily the experience of the cross, the other side of the coin we call ascesis. As such, it is the desire for unity between Creator and creation, God and humanity, body and soul, time and eternity, heaven and earth.
Holy Unction is a healing sacrament. In the Orthodox practice, it is celebrated throughout life as the outpouring of “the oil of gladness” on the scars of the soul and the wounds of the world. It aims healing the breach or brokenness between body and soul, mending the shattered parts of the heart and the earth, while reconciling heaven with all of God’s creation.
Finally, the sacrament of Ordination is not a declaration of the exclusive rights granted to the hierarchy. Priesthood is the royal vocation of all people. Through ordination, the Body of Christ receives new expression and renewed vitality. The whole world becomes a cathedral; every person is ordained for the kingdom and no place is unhallowed. When we discern the presence of God in everyone and in every place, then we can rejoice and celebrate the fullness of life.

IV. Conclusion
The image of sacramental communion in the Orthodox Church is represented in color through the icon depicting the hospitality of Abraham and Sarah welcoming three strangers in the desert of Palestine. It is an icon of the communion between the three persons of the Trinity. The story is related in Genesis 18 of Abraham sitting under the oak trees of Mamre:
The Lord appeared to Abraham by the oaks of Mamre, as he sat at the entrance of his tent in the heat of the day. (Gen. 18:1)
If we pay close attention, not only do the oaks provide refreshing shade for the Patriarch of Israel, but they are the occasion for divine revelation. By analogy, not only do the trees of the world provide sustenance for humankind in diverse ways, but they reflect the very presence of God. Cutting them down implies eliminating the divine presence from our lives. Indeed, the Hebrew interpretation of this text implies that the oak trees themselves – just as the visitors who appeared at the same time – actually reveal God. Indeed, it was not until Abraham recognized the presence of God in the trees (namely in creation, or adamah) that he was also able to recognize God in his visitors (namely in human beings, or adam). Creation, just like the human beings who appeared in the form of angels, is itself the manifestation of God in the world.
The crisis that we are facing in our world is not primarily ecological. It is a crisis concerning the way we envisage or imagine the world. We are treating our planet in an inhuman, godless manner precisely because we fail to see it as a gift inherited from above; it is our obligation to receive, respect and in turn hand on this gift to future generations. Therefore, before we can effectively deal with problems of our environment, we must change the way we perceive the world. Otherwise, we are simply dealing with symptoms, not with their causes. We require a new worldview if we are to desire “a new heaven and a new earth.” (Rev. 21:1) This is our calling; indeed, this is God’s command. We must near and heed it now. As His All Holiness Ecumenical Patriarch Bartholomew declared jointly with the late Pope John Paul II:

It is not too late. God’s world has incredible healing powers. Within a single generation, we could steer the earth toward our children’s future. Let that generation start now, with God’s help and blessing. (Venice, 2002)

Οι συνεπέστεροι Αναγνώστες μας

Related Posts with Thumbnails