© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

16.5.08

Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος μιλά για "Κλιματική Αλλαγή", "Χωροταξία και Πολεοδομία" και "Προστασία της Φύσεως"

(Ομιλία κατά την κεντρική εκδήλωση της "Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής Ελλάδος",
Παρασκευή, Μέγαρο Μουσικής, 16 Μαΐου 2008)

Μακαριώτατε,
Ἱερώτατοι,
Ἐξοχώτατοι,
κύριε Πρόεδρε τῆς Οἰκονομικῆς καὶ Κοινωνικῆς Ἐπιτροπῆς Ἑλλάδος,
ἀγαπητοὶ παρόντες,
Χαράν πολλήν αἰσθανόμεθα ὁσάκις καλούμεθα νά παραστῶμεν καί νά ὁμιλήσωμεν εἰς ἐκδηλώσεις ἀφορώσας εἰς τό φυσικόν περιβάλλον, ὑπέρ τῆς προστασίας τοῦ ὁποίου διηνεκῶς προσεύχεται καί ἀόκνως ἐργάζεται ἡ καθ’ ἡμᾶς Ἁγία τοῦ Χριστοῦ Μεγάλη Ἐκκλησία, ἀπό τῆς ἐποχῆς τοῦ ἀοιδίμου προκατόχου ἡμῶν Δημητρίου, ὅστις καί καθιέρωσε τήν 1ην Σεπτεμβρίου ὡς ἡμέραν ἀφιερωμένην εἰς τήν προσευχήν ὑπέρ τῆς διαφυλάξεως τοῦ σύμπαντος κόσμου. Ἀπό τῶν ἀρχῶν μάλιστα τῆς δεκαετίας τοῦ 1990 τό ἐνδιαφέρον τοῦ Οἰκουμενικοῦ ἡμῶν Πατριαρχείου ἐστράφη εἰς περιβαλλοντικά θέματα ἁπτόμενα τῆς προστασίας τοῦ θαλασσίου χώρου καί τῶν ὑδατίνων ἐν γένει πόρων. Ἡ ἡμετέρα Μετριότης ἔθεσεν ὑπό τήν αἰγίδα αὐτῆς καί παρέστη εἰς σειράν συμποσίων πραγματοποιηθέντων εἰς εὐαισθήτους περιοχάς τοῦ πλανήτου, ὡς τό Αἰγαῖον Πέλαγος, ὁ Εὔξεινος Πόντος, αἱ θάλασσαι Ἀδριατική καί Βαλτική, ὁ Βόρειος Παγωμένος Ὠκεανός, οἱ ποταμοί Ἀμαζόνιος καί Δούναβις.
Στόχος τῶν Συμποσίων τούτων ἦτο ἡ κατανόησις τῶν ἐπιτοπίων προκλήσεων καί προβλήματων ἀλλά καί ἡ ἀνάδειξις συνόλου τοῦ πλέγματος τῶν ἰσορροπιῶν καί τῶν ἀξιῶν πού συνιστοῦν τήν σημερινήν οἰκολογικήν κρίσιν. Ἀποτέλεσμα τῆς προσπαθείας ἡμῶν ταύτης ἦτο νά ἀναπτυχθῇ γόνιμος καί δημιουργικός διάλογος μεταξύ θρησκευτικῶν καί πολιτικῶν ἡγετῶν, ἐπιστημόνων καί περιβαλλοντολόγων, ὁ ὁποῖος καί ἀνέδειξε τήν ἀνάγκην ἀναπτύξεως κοινῶν δράσεων ἀποσκοπουσῶν, κατ’ ἀρχήν, εἰς τήν εὐαισθητοποίησιν τῆς κοινῆς γνώμης ἐπί τῆς ἀδηρίτου ἀνάγκης λήψεως μέτρων διά τήν ἀντιμετώπισιν τοῦ ζωτικοῦ διά τό μέλλον τοῦ πλανήτου θέματος τούτου. Ἡ εὐρεῖα δέ κοινολόγησις διά τοῦ γραπτοῦ καί ἠλεκτρονικοῦ Τύπου τῶν πορισμάτων τῶν Συμποσίων τούτων ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, πρωτοστατοῦντος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, νά καταστῇ μία ἐκ τῶν κυρίων ἑταίρων τοῦ οἰκολογικοῦ προβληματισμοῦ, εἰσφέρουσα μίαν οὐσιαστικήν πνευματικήν καί ἠθικήν διάστασιν εἰς τήν περαιτέρω καλλιέργειαν αὐτοῦ.

Ὑπό τό φῶς τῶν ἀνωτέρω μεθ’ ἱκανοποιήσεως πληροφορούμεθα τάς σημαντικάς προσπαθείας τάς ὁποίας καταβάλλει ἡ «Οἰκονομική καί Κοινωνική Ἐπιτροπή τῆς Ἑλλάδος» πρός διεξαγωγήν κοινωνικοῦ ἐν γένει διαλόγου διά τήν γενικήν πολιτικήν τῆς χώρας καί ἰδίως διά τάς κατευθυντηρίους γραμμάς τῆς οἰκονομικῆς καί κοινωνικῆς πολιτικῆς καί τήν διατύπωσιν γνώμης ἐπί τῶν νομοσχεδίων καί τῶν σχεδίων νόμων πού παραπέμπονται εἰς αὐτήν, προσπαθείας ἀφορώσας καί εἰς τήν προστασίαν τοῦ περιβάλλοντος. Μετά ἰδιαιτέρας ὅμως χαρᾶς ἐγενόμεθα γνῶσται τῆς ὑπό τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης ἀναληφθείσης πρωτοβουλίας, ἤδη ἀπό τοῦ Ἰουνίου παρελθόντος ἔτους, διά τήν ἔκφρασιν κοινωνικοῦ προβληματισμοῦ καί ἐπί τοῦ περιβαλλοντικοῦ θεματολογικοῦ τριπτύχου «Κλιματική ἀλλαγή», «Χωροταξία καί Πολεοδομία» καί «Προστασία τῆς Φύσεως», διό καί ἀσμένως ἀνταπεκρίθημεν εἰς τήν πρόσκλησιν τοῦ Ἐλλογιμ. κ. Χρήστου Πολυζωγοπούλου, Προέδρου αὐτῆς, ὅπως καταθέσωμεν τήν συμβολήν ἡμῶν εἰς τήν προσπάθειαν ταύτην εἰς τήν ὁποίαν χωροῦμεν διά τῶν κάτωθι σκέψεων ἡμῶν:

Ἡ κλιματική ἀλλαγή

Μέ τήν ἀνατολήν τῆς τρίτης χριστιανικῆς χιλιετηρίδος, περιβαλλοντικά προβλήματα -ὑποφώσκοντα ἤδη ἀπό τοῦ παρελθόντος 20οῦ αἰῶνος- ἐνεφανίσθησαν πλέον ὀξύτατα, διό καί ἀπησχόλησαν ἀμέσως καί ἀποσχολοῦν τήν διεθνῆ κοινήν γνώμην. Τό φαινόμενον τοῦ θερμοκηπίου εἶναι πλέον ἐμφανές. Ἡ αὔξησις τῆς παρουσίας ἐν τῇ ἀτμοσφαίρᾳ σειρᾶς ὅλης ἐπικινδύνων ἀερίων ἀποτελεῖ νέον, σοβαρώτατον κίνδυνον διά τόν πλανήτην μας, καθώς ἡ ἕνεκα τούτου μετρήσιμος ἀλλαγή τοῦ κλίματος συνιστᾷ πραγματικότητα ὁρατήν. Ἡ ἐπερχομένη καί ἐπιταχυνομένη κλιματική αὕτη ἀλλαγή θά προκαλέσῃ δυσκόλως ἀναστρεψίμους ἐπιπτώσεις εἰς τήν ἐπί γῆς ζωήν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ἀλλά καί εἰς πάντας τούς ζῶντας ὀργανισμούς καί εἰς τήν ἐν γένει βιοποικιλότητα τῆς Γῆς.
Δέον πρός τοῦτο νά σημειωθῇ ὅτι αἱ προβλεπόμεναι ἐπιπτώσεις – καί εἰς αὐτό τοῦτο τό ἐνδεχόμενον μιᾶς μικρᾶς ἀλλαγῆς τῆς μέσης θερμοκρασίας τοῦ πλανήτου- θά προκαλέσουν μεγάλην ἀστάθειαν τοῦ κλίματος, αὔξησιν τῶν ἀκραίων καιρικῶν φαινομένων (καυσώνων, ξηρασίας, πλημμυρῶν, θυελλῶν), τῆξιν τῶν παγετώνων εἰς τήν Ἀρκτικήν καί Ἀνταρκτικήν ἀλλά καί εἰς τούς περισσοτέρους ὀρεινούς ὄγκους (Ἰμαλάϊα, Ἄλπεις, Κιλιμάντζαρον), ἄνοδον τῆς στάθμης τῆς θαλάσσης, δραματικάς ἀλλαγάς εἰς τά θαλάσσια καί χερσαῖα οἰκοσυστήματα διά τῆς μαζικῆς ἐξαφανίσεως εἰδῶν ἐκ τῆς χλωρίδας καί τῆς πανίδας, ἐπικίνδυνον ἐξάπλωσιν τροπικῶν ἀσθενειῶν καί πανδημιῶν, ἐρημοποίησιν μεγάλων ἐκτάσεων καί εἰς αὐτό τοῦτο τό βόρειον τμῆμα τῆς Μεσογείου.
Ὁμοίως δραματικαί θά εἶναι καί αἱ ἐπιπτώσεις εἰς δευτερογενές ἐπίπεδον. Αἱ κλιματικαί ἀλλαγαί προβλέπεται νά μειώσουν τούς ὑδατίνους πόρους, γεγονός πού θά ἔχῃ δυσμενεῖς ἐπιπτώσεις εἰς τήν γεωργίαν καί τήν παραγωγήν τῶν προϊόντων διατροφῆς καί θά προκαλέσῃ αὔξησιν τοῦ κόστους ζωῆς καί μείωσιν τοῦ διαθεσίμου ὕδατος διά τάς ἀνθρωπίνας ἀνάγκας. Ἡ ἄνοδος τῆς στάθμης τῶν θαλασσίων ὑδάτων ἐκ τῆς τήξεως τῶν πάγων θά ἐπιτείνῃ τήν ταλαιπωρίαν τῶν παρακτίων πτωχοτέρων, κυρίως, χωρῶν, καί ἀφεύκτως θά ὁδηγήσῃ εἰς μαζικάς μετακινήσεις πληθυσμῶν πρός πλέον εὐνοημένας, κλιματολογικῶς, περιοχάς τῆς Γῆς. Αἱ μεταναστεύσεις αὗται ἐνδέχεται νά προξενήσουν περιφερειακάς ἤ καί τοπικάς συγκρούσεις μέ ἀποτέλεσμα τήν ἀποσταθεροποίησιν τῆς παγκοσμίου ἰσορροπίας καί ἀσφαλείας.
Βεβαίως, κατά τό «οὐδέν κακόν ἀμιγές καλοῦ», ἡ εἰς πρώϊμον, εὐτυχῶς, στάδιον ἐμφανιζομένη κατάστασις αὕτη ἔχει καί θετικάς πτυχάς. Πρώτη καί κυρία εἶναι ἡ εἰς παγκόσμιον ἐπίπεδον ἐπιστημονική συναίνεσις διά τά αἴτια τοῦ προβλήματος καί τά ἀπαραίτητα μέτρα τά ὁποῖα πρέπει νά ληφθοῦν διά τήν ἀντιμετώπισίν του. Ἡ διεθνής ὁμάς τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν διά τήν κλιματικήν ἀλλαγήν, ἀριθμοῦσα πλέον τῶν χιλίων ἐπιστημόνων, παρουσιάζει ὁμοφώνους γνωματεύσεις καθ’ ἅς ἡ παρατηρουμένη κλιματική ἀλλαγή ὀφείλεται εἰς μέγαν βαθμόν εἰς τάς ἀνθρωπίνας δραστηριότητας, ἐλαχίστων ὄντων τῶν ἀποπειρωμένων νά ἀνατρέψουν αὐτάς.
Εἰς τό ἐπίπεδον τῶν κρατικῶν καί τῶν πολιτικῶν ἡγεσιῶν αἱ σχετικαί διαδικασίαι κινοῦνται δι’ ἀργῶν ρυθμῶν, δύνανται ὅμως νά χαρακτηρισθοῦν ὡς θετικαί καθώς ἀποσκοποῦν εἰς τόν περιορισμόν τῆς αὐξήσεως τῆς θερμοκρασίας κατά δύο μόνον βαθμούς τῆς κλίμακος Κελσίου. Βεβαίως δέν ἔχει ἐπιτευχθῆ εἰσέτι συμφωνία ὡς πρός τὰ ἐνδεδειγμένα νά ληφθοῦν μέτρα ὥστε νά ἐπιτευχθῇ ὁ ἀνωτέρω περιορισμός, ἀλλά καί ὡς πρός τήν κατανομήν τῶν ἀπαιτουμένων οἰκονομικῶν καί κοινωνικῶν ἐπιβαρύνσεων μεταξύ τῶν διαφόρων χωρῶν. Θετικόν, ἐν τούτοις, τυγχάνει τό γεγονός ὅτι καί εἰς λίαν ἐπιφυλακτικάς ἐν προκειμένῳ χώρας ἀναλαμβάνονται σημαντικαί δράσεις διά τόν περιορισμόν τοῦ φαινομένου τοῦ θερμοκηπίου εἰς ἐπίπεδον νομῶν, πόλεων καί μεγάλων ἐπιχειρήσεων.
Ἀξιοσημείωτος τυγχάνει καί ἀποτελεσματική ἡ συμβολή τῆς κοινωνίας τῶν πολιτῶν, ἐνῷ εὐρεῖα τυγχάνει ἡ ἐπί τοῦ θέματος συνειδητοποίησις τῶν ἀνθρώπων εἰς πλείστους γεωγραφικούς χώρους τοῦ πλανήτου μας. Τό γεγονός αὐτό, ἀφ’ ἑνός μέν αὐξάνει τήν πίεσιν πρός τάς πολιτικάς ἡγεσίας διά τήν λῆψιν ἀποφασιστικῶν μέτρων πρός ἀντιμετώπισιν τοῦ προβλήματος, ἀφ’ ἑτέρου δέ καθιστᾷ εὐκολωτέραν τήν ἐφαρμογήν των.
Πρέπει ὅμως νά λεχθῇ, διά λόγους ἀντικειμενικότητος, ὅτι καί ἐάν ἀκόμη ληφθοῦν ἅπαντα τά ὑπό τῶν εἰδικῶν προτεινόμενα μέτρα , θά ἀπαιτηθοῦν πολλαί δεκαετίαι διά νά περιορισθῇ τό φαινόμενον τοῦ θερμοκηπίου καί νά ἀποκατασταθῇ ἡ κλιματική ἰσορροπία τῆς Γῆς.
Τό κρίσιμον ὅμως θέμα τῆς κλιματικῆς ἀλλαγῆς δέον νά θεωρηθῇ καί ἐξ εὐρυτέρας σκοπιᾶς. Συμφώνως πρός τήν διδασκαλίαν τῆς Ἐκκλησίας μας, τό φυσικόν περιβάλλον ἀποτελεῖ τμῆμα τῆς Δημιουργίας, ἄρα εἶναι καί αὐτό ἱερόν. Διά τόν λόγον αὐτόν ἡ καταστροφή καί ὑποβάθμισίς του συνιστᾷ πρᾶξιν ἱερόσυλον καί ἁμάρτημα, ὀφειλόμενον εἰς τήν περιφρόνησιν τοῦ ἔργου τοῦ Θεοῦ.
Τό ἀνθρώπινον γένος εἶναι καί αὐτό μέρος τῆς Δημιουργίας. Ἡ ἔλλογος φύσις του καί τό δοθέν αὐτῷ αὐτεξούσιον παρέχουν εἰς τόν ἄνθρωπον ἰδιαίτερα προνόμια ἀλλά καί σαφεῖς ὑποχρεώσεις. Διά τῆς θείας παραινέσεως «ἐργάζεσθαι καί φυλάσσειν» (Γεν. β΄ 16) ἀπέκτησεν ὁ ἄνθρωπος τό δικαίωμα νά χρησιμοποιῇ λελογισμένως τό φυσικόν περιβάλλον διά τήν ἐπιβίωσίν του, ἀλλά καί νά τό μεταβάλλῃ (μέσῳ τῆς γεωργίας, τῆς κτηνοτροφίας, τῆς ἐξορύξεως μεταλλευμάτων, τῆς δομήσεως κλπ) διά νά βελτιώνῃ τήν ποιότητα τῆς ζωῆς του. Δυστυχῶς, ἡ ἀνθρωπίνη ἱστορία παρέχει πλεῖστα ὅσα παραδείγματα καταχρήσεως τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, καθ’ ἅ ἡ χρῆσις καί διαφύλαξις τῶν φυσικῶν πόρων μετετράπη εἰς ἄφρονα ἐκμετάλλευσιν καί συχνάκις εἰς ὁλοσχερῆ καταστροφήν των, ὅπερ προεκάλεσεν εἰς τό παρελθόν καί τήν πτῶσιν μεγάλων πολιτισμῶν. Χαρακτηριστικόν παράδειγμα ἡ ἀποψίλωσις τῶν δασῶν καί ἡ συνακόλουθος ἐρημοποίησις μεγάλων τμημάτων τῶν παρακτίων περιοχῶν τῆς Μεσογείου.
Διάπυρος τυγχάνει ἡ εὐχή τῆς ἡμετέρας Μετριότητος ὅπως αἱ ἐκτεταμέναι καταστροφαί ἐκ τῆς ἀδηφάγου λαίλαπος τοῦ πυρός εἰς τήν Πελοπόνησον καί τήν Εὔβοιαν τό παρελθόν θέρος, σχοῦσαι πολλά ἀνθρώπινα θύματα, μή ἐνταχθοῦν εἰς τό πλαίσιον τοῦτο καί μή ἐπαναληφθοῦν.
Τυγχάνει πάντως λυπηρόν τό γεγονός ὅτι -ἰδιαιτέρως εἰς τόν χῶρον τῆς Μεσογείου- καί παρά τάς διεθνεῖς συμβάσεις, τήν ἐθνικήν καί τὴν Εὐρωπαϊκὴν Κοινοτικήν νομοθεσίαν, τάς πολιτικάς διακηρύξεις καί τάς προσπαθείας τῶν ἁρμοδίων φορέων, παραμένουν ἀνεπίλυτα περιβαλλοντικά προβλήματα ὡς ἡ μόλυνσις καί ἡ ὑπερβολική ἄντλησις τῶν ἐπιφανειακῶν καί ὑπογείων ὑδάτων, ἡ ἀποξήρανσις τῶν ὑγροτόπων, ἡ διάβρωσις ἐδαφῶν καί ἀκτῶν, ἡ ἐρημοποίησις τῶν θαλασσῶν λόγῳ τῆς ὑπεραλιεύσεως, ἡ ρύπανσις τοῦ ἐπιγείου χώρου ἐκ τῆς ἀνεξελέγκτου ρίψεως ἀπορριμάτων, ἡ ὑπερβολική δόμησις εἰς τάς παρακτίους ζώνας καί ἰδιαιτέρως εἰς τάς νήσους, κλπ.
Τά προβλήματα αὐτὰ ὑποβαθμίζουν τό φυσικόν περιβάλλον καί συχνάκις παρακωλύουν τάς φυσικάς διεργασίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπαραίτητοι διά τήν ὑγιείαν τοῦ ἀνθρώπου καί διά τήν ζωογόνον ἀνάπτυξιν τῶν δυνατοτήτων του ὥστε νά προσφέρῃ ὑπηρεσίας λυσιτελεῖς διά τό κοινωνικόν σύνολον. Ἀποβαίνουν, ἑπομένως, εὐθέως εἰς βάρος τοῦ ἑτέρου τμήματος τῆς Δημιουργίας, δηλαδή τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ὁδηγοῦντα εἰς ἕνα παρανοϊκόν φαῦλον κύκλον.

Ἡ τάξις ἐν τῷ χώρῳ

Ἐκ τῶν φυσικῶν ὅρων, εἷς ἐκ τῶν σημαντικοτέρων εἶναι ὁ χῶρος, ἀπαραίτητος καί διά τήν διατήρησιν τῶν οἰκοσυστημάτων καί τῆς βιολογικῆς ποικιλότητος, ἀλλά καί δι᾿ ὅλας σχεδόν τάς ἀνθρωπίνας δραστηριότητας. Ἐπειδή ἡ διαθεσιμότης του εἶναι περιωρισμένη, συχνάκις αἱ ἀνθρώπιναι ἀνάγκαι χρήσεως τοῦ χώρου ἔρχονται εἰς σύγκρουσιν μετά τῶν στόχων διαφυλάξεως τῆς φυσικῆς καί πολιτιστικῆς κληρονομίας, κυρίως εἰς βάρος τῆς δευτέρας. Ἡ σύγκρουσις ἐπιτείνεται ἐκ τῆς ἀλλαγῆς ἀντιμετωπίσεως τοῦ χώρου οὐχί μόνον ὡς μέσου καλύψεως τῶν θεμιτῶν καί πραγματικῶν ἀνθρωπίνων ἀναγκῶν, ἀλλά καὶ ὡς μέσου πλουτισμοῦ ἤ ἐπιδείξεως εἰς τάς πλουσιωτέρας κοινωνίας.
Τό πρόβλημα καθίσταται ἐντονώτερον ἐν Ἑλλάδι, ἡ ὁποία εἶναι μία χώρα περιέχουσα ἐντός τῆς γεωγραφικῆς αὐτῆς ἐκτάσεως μεγάλα ὀρεινά τμήματα ἀκατάλληλα διά γεωργικήν
καλλιέργειαν, ἀλλά καί πολυτιμότατα τμήματα ὑψηλῆς βιοποικιλότητος καί πολιτιστικῆς κληρονομίας, τά ὁποῖα καλύπτουν σημαντικόν τμῆμα τῆς ἐπικρατείας καί δέν εἶναι διαθέσιμα διά οἱασδήτινος μορφῆς χρῆσιν. Λεκτέον, βεβαίως, ὅτι οὐδόλως δέον νά ἀπαξιῶται ὁ φυσικός καί πολιτιστικός πλοῦτος τῆς χώρας, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τό κύριον συγκριτικόν ἔναντι ἄλλων χωρῶν πλεονέκτημα αὐτῆς καί ἀδιαμφισβητήτως ἀπαιτεῖ διαφύλαξιν.
Μόνον τρόπον διά τήν ἀντιμετώπισιν τῶν συγκρούσεων τούτων δύναται νά ἀποτελέσῃ ἡ προσπάθεια ἐπιβολῆς τάξεως εἰς τόν χῶρον, ἡ μελέτη, δηλαδή, τοῦ χώρου διά τήν κατανόησιν τῶν ἰδιομορφιῶν του, ἡ κατανομή τῶν χρήσεων τῆς γῆς μέ ἀπώτερον σκοπόν τήν διατήρησιν τῶν πολυτίμων συστατικῶν στοιχείων της, ὁ σχεδιασμός τῶν ὑποδομῶν ὥστε νά ἐξυπηρετῶνται ἱκανοποιητικῶς αἱ ἀνθρώπιναι ἀνάγκαι δίχως νά κατακερματίζεται τό φυσικόν περιβάλλον καὶ ἡ θέσπισις καί ἡ ἐφαρμογή κανόνων διά τήν ὁμαλήν διεξαγωγήν τῶν ἀνθρωπίνων δραστηριοτήτων.
Μὲ τοὺς λόγους τούτους, χαιρετίζομεν τάς προσπαθείας τῆς Ἑλληνικῆς πολιτείας διά τήν προώθησιν τοῦ χωροταξικοῦ σχεδιασμοῦ εἰς ἐθνικόν καί περιφερειακόν ἐπίπεδον καί ἐλπίζομεν ὅτι αἱ καθιερούμεναι ρυθμίσεις καί μέτρα θά συμφωνηθοῦν ἐν τῷ πλαισίῳ συλλογικῶν διαδικασιῶν ὥστε νά ἐπιτευχθῇ εὐρεῖα συναίνεσις, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἄλλωστε προϋπόθεσιν διά τήν ἐφαρμογήν των. Πληροφορούμενοι ὅτι εἰς τόν διάλογον τοῦτον ἔχει μετάσχει ἐνεργῶς καί ἡ Οἰκονομική καί Κοινωνική Ἐπιτροπή τῆς Ἑλλάδος, συγχαίρομεν καὶ εὐχόμεθα ἐπιτυχίαν εἰς τὴν κοινὴν προσπάθειαν.

Ἀτομική καί συλλογική εὐθύνη
εἰς τήν προστασίαν τῆς φύσεως

Ἡ μέριμνα καί ἡ διαφύλαξις τῆς Δημιουργίας ἀποτελεῖ εὐθύνην ὅλων εἰς ἀτομικόν καί συλλογικόν ἐπίπεδον. Ἡ ἀντιμετώπισις τοῦ φαινομένου τοῦ θερμοκηπίου καί τῶν ἐπιπτώσεων τῆς κλιματικῆς ἀλλαγῆς, ἡ ἐπίλυσις τῶν πολλῶν ἄλλων περιβαλλοντικῶν προβλημάτων, ἡ ὀρθή καί σώφρων διαχείρισις τοῦ χώρου προϋποθέτουν ἐγρήγορσιν καί κινητοποίησιν τοῦ συνόλου τῶν δομικῶν στοιχείων τῶν κοινωνιῶν.
Βεβαίως, αἱ πολιτικαί ἡγεσίαι ἑκάστης χώρας ἔχουν ἰδιαιτέραν εὐθύνην διά νά ἀξιολογήσουν τάς καταστάσεις, νά προτείνουν δράσεις, μέτρα καί ρυθμίσεις, νά πείσουν τάς κοινωνίας διά τήν ὀρθότητά των ὥστε νά τάς ἐφαρμόσουν. Εἶναι σημαντική ὅμως καί ἡ εὐθύνη ἑκάστου ἀτόμου τόσον εἰς τήν προσωπικήν του ζωήν καί εἰς τάς οἰκογενειακάς του δραστηριότητας, ὅσον καί εἰς τόν ρόλον του ὡς ἐνεργοῦ πολίτου. Διότι εἰς τάς δημοκρατικάς κοινωνίας αἱ πολιτικαί ἡγεσίαι ἐκφράζουν συνήθως τήν βούλησιν τῶν πολιτῶν οἱ ὁποῖοι τάς στηρίζουν. Διά τήν εὐαισθητοποίησιν τῶν πολιτῶν, σημαντικάς δυνατότητας διδασκαλίας καί νουθετήσεως ἔχει καί ἡ Ἐκκλησία, παρουσιάζουσα καί ἑδραιοῦσα τήν συνειδητοποίησιν τῆς πνευματικῆς καί ἠθικῆς διάστάσεως τῆς οἰκολογικῆς κρίσεως.
Μεταξύ πολιτῶν καί πολιτικῶν ἡγεσιῶν σημαίνοντα ρόλον μεσολαβήσεως καί ἐξισορροπήσεως διαδραματίζουν καί οἱ πάσης μορφῆς συλλογικοί κοινωνικοί φορεῖς τοῦ δημοσίου ἀλλά καί τοῦ μή κρατικοῦ τομέως. Εἰς αὐτόν τόν χῶρον, ἡ Οἰκονομική καί Κοινωνική Ἐπιτροπή τῆς Ἑλλάδος κατέχει μίαν καιρίαν θέσιν: Ἀφ᾿ ἑνός μέν ἀποτελεῖ θεσμικόν φορέα ἀνεγνωρισμένον ὑπό τοῦ Κράτους καί ἐπίσημον συνομιλητήν τῆς ἑκάστοτε Κυβερνήσεως, ἀφ᾿ ἑτέρου δέ ἡ εὐρεῖα της συγκρότησις ἐξ ὀργανώσεων καί ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι ἐκπροσωποῦν μεγάλα καί ποικίλα τμήματα τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, προσδίδει εἰς αὐτήν μίαν ἀδιαφιλονίκητον ἀντικειμενικότητα καί ἐνισχύει τόν ρόλον της ὡς διαμεσολαβητοῦ. Παραλλήλως, πρέπει νά τονισθῇ ὅτι τά περιβαλλοντικά θέματα ἔχουν -ὡς ἤδη ἐπεσημάναμε- σαφεῖς οἰκονομικάς καί κοινωνικάς προεκτάσεις καί δικαίως ἐμπίπτουν εἰς τό πλαίσιον ἐνδιαφερόντων τῆς Ἐπιτροπῆς.
Διά ὅλους τούς λόγους τούτους, χαιρετίζομεν τήν πρωτοβουλίαν τῆς Ἐπιτροπῆς σας νά ἀσχοληθῇ σοβαρῶς μετά τῶν θεμάτων τῆς κλιματικῆς ἀλλαγῆς, τῆς προστασίας τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος καί τῆς χωροταξικῆς καί πολεοδομικῆς ὀργανώσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ χώρου. Ἐλπίζομεν ἡ μικρά ἡμῶν παρέμβασις νά σᾶς ἐνθαρρύνῃ διά νά τά διατηρήσετε εἰς τό κέντρον τῶν ἐνδιαφερόντων σας, διότι ἡ ἀντιμετώπισίς των θά εἶναι βραδεῖα καί θά ἀπαιτήσῃ τήν συστράτευσιν ὅλων εἰς ἐθνικόν καί διεθνές ἐπίπεδον.

Ο Βαρθολομαίος στην κατακα(η)μένη Πάρνηθα


(Ομιλία του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου στην πολύπαθη Πάρνηθα,
16 Μαΐου 2008)

Ἀπό τό ὄμορφο καί οἰκολογικά σημαντικό βουνό τῆς Πάρνηθας, τό ὁποῖον πέρυσι ὑπέστη ἀνυπολόγιστη καταστροφή ἀπό τή φωτιά, ἀπευθύνουμε ὁλοκάρδια εὐχή καί προσευχή πρός τόν Πανάγαθο Θεό, ὥστε νά σταματήσῃ αὐτή ἡ δραματική πορεία τῆς ἀνθρωπότητας πρός τόν θάνατο κάθε ἄλλης μορφῆς ζωῆς στόν πλανήτη. Ἐκφράζουμε ἐπίσης τήν εἰλικρινῆ μας ἀγάπη καί εὐχές πρός ὅλους τούς πυροπλήκτους στήν Πελοπόννησο, τήν Εὔβοια, τό Πήλιο καί σέ κάθε γωνιά τῆς Ἑλλάδος καί τῆς Μεσογείου. Ἡ ἀπώλεια δεκάδων συνανθρώπων μας κατέδειξε μέ τόν πλέον τραγικό τρόπο ὅτι ἡ καταστροφή τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος κρούει τόν κώδωνα κινδύνου καί γιά τόν ἴδιο τόν ἄνθρωπο.
Τά δάση εἶναι πηγές ζωῆς. Ἰδιαιτέρως δέ γύρω ἀπό τίς μεγαλοπόλεις, ὅπως εἶναι ἡ Ἀθήνα, τά δασικά οἰκοσυστήματα ἀποτελοῦν κρίσιμους παράγοντες γιά τή διατήρηση δροσιᾶς, τήν μείωση τοῦ θορύβου, τό φιλτράρισμα τῆς ἀτμόσφαιρας ἀπό τούς ρύπους καί τήν κατακράτηση σκόνης. Πρωτίστως ὅμως τά δάση ἀποτελοῦν πηγή ἀπαράμιλλης φυσικῆς ὀμορφιᾶς καί τόπο ἐπαφῆς μας μέ τήν Θεία Δημιουργία.
Γιά τήν παράδοση τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας, τά ὄρη καί τά δάση ἔχουν πολλές φορές ἀποτελέσει τόπους ἀναπομπῆς δοξολογιῶν πρός τόν Θεό. Ὡς θεία δημιουργία, ἀλλά καί ὡς πολύτιμα οἰκοσυστήματα καί ἐγγύηση γιά τήν ποιότητα ζωῆς ὅλων τῶν ἀνθρώπων, τά δάση μας χρήζουν ἀμέσου προστασίας. Ἰδιαιτέρως μάλιστα ὑπό τίς ἐξαιρετικά ἀντίξοες καιρικές συνθῆκες, πού ἡ ἐπιστημονική κοινότητα ἐκτιμᾶ ὅτι θά προκληθοῦν ἐκ τῆς ἤδη παρούσης κλιματικῆς ἀλλαγῆς, τά δάση μας καθίστανται ἀκόμη πιό εὐάλωτα καί χρήζουν ἀμέσων παρεμβάσεων, πού θά εὐνοήσουν τήν προσαρμογή τους σέ καταστάσεις μειωμένων βροχοπτώσεων, ξηρασίας καί ὑψηλῶν θερμοκρασιῶν.
Ὅπως ἄλλωστε μᾶς ἐδίδαξε καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ἀφοῦ ὁ Θεός ἔκρινε πώς ἡ κτίση Του ἦταν «καλή λίαν», πῶς ὁ ἄνθρωπος τολμᾶ νά ἀναρωτηθῇ γιά τήν χρησιμότητα τῶν ζώων καί τῆς φύσεως (Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος, Ὑπόμνημα εἰς τήν Γένεσιν, Ὁμιλία Ζ’ 4); Ἀπό ὅλα τά πλάσματα τῆς κτίσεως, μόνον ὁ ἄνθρωπος ἔχει προικισθεῖ μέ τήν ἱκανότητα τοῦ «λόγου», τῆς συνειδητῆς δηλαδή ἐπιλογῆς ἀνάμεσα στόν σεβασμό πρός τά περιβάλλοντα στοιχεῖα τοῦ φυσικοῦ κόσμου ἤ τήν κατάχρησή των. Ὑπό αὐτό λοιπόν τό πρῖσμα, ἡ Ἐκκλησία γρηγορεῖ, καλεῖ καί προσκαλεῖ κάθε ἄνθρωπο, κυρίως τούς πιστούς, νά ἐργάζονται καί νά φυλάττουν τήν ἐπίγειον δημιουργίαν καί νά μήν μετατραποῦν σέ ἀνευθύνους χρῆστες τοῦ φυσικοῦ μας κόσμου.
Ἡ μεγάλη ἐλπίδα βρίσκεται στή δική μας ἀλλαγή. Στή δική μας προσωπική στροφή πρός μία ἄλλη κατανόηση τῆς σχέσης μας μέ τόν φυσικό κόσμο. Ἄς θυμόμαστε κάθε μέρα πώς τά δάση, οἱ λίμνες, τά ποτάμια, οἱ θάλασσες καί ὅλα τά εἴδη ζωῆς δέν μᾶς ἀνήκουν. Δέν ἀποτελοῦν δικά μας παιγνίδια ἤ προσωπική μας περιουσία. Ἀποτελοῦν δημιουργία τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποία ἐμεῖς ἔχουμε κληθεῖ νά φροντίσουμε καί νά προστατεύσουμε. Ἡ σημερινή περιβαλλοντική κρίση ἀποτελεῖ δυστυχῶς ἀπόδειξη ὅτι κληροδοτοῦμε στά παιδιά μας, στίς ἑπόμενες γενεές, ἕναν κόσμο τόν ὁποῖον δέν σεβαστήκαμε.
Μέ μεγάλη χαρά παρακολουθοῦμε τήν αὐξανόμενη οἰκολογική ἐγρήγορση τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, ἡ ὁποία προεκλήθη ἀπό τήν ἄκρως λυπηρῆ καί ὀδυνηρή καταστροφή τοῦ προηγουμένου καλοκαιριοῦ. Χιλιάδες ἄνθρωποι ὅλων τῶν ἡλικιῶν, οἰκολογικές ὀργανώσεις, ἀλλά καί μέσα ἐνημερώσεως ἔχουν συστρατευθεῖ εἰς ἕναν καλόν ἀγῶνα προστασίας τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος. Συγχαίρουμε ὅλους ὅσοι ἔχουν ἀφιερώσει χρόνο καί προσωπική προσπάθεια στήν προστασία τοῦ περιβάλλοντος. Χαιρετίζουμε ὅσους δίνουν μάχη μέ τόν χρόνο γιά τήν ἀποκατάσταση τῶν καμένων περιοχῶν καί τήν ἀποφυγή ἄλλων καταστροφῶν, ὅπως ὁ ΣΚΑΙ καί ἡ Καθημερινή, τό WWF Ἑλλάς, τά κατά τόπους δασαρχεῖα καί οἱ φορεῖς διαχειρήσεως προστατευομένων περιοχῶν, ἡ Πυροσβεστική Ὑπηρεσία, ἡ τοπική αὐτοδιοίκηση καί ὅλες οἱ περιβαλλοντικές ὀργανώσεις.
Ἀπό αὐτήν τήν κορυφή τῆς πολύπαθης Πάρνηθας κάνουμε παναναθρώπινη ἔκκληση καί ἐκφράζουμε τήν ἐλπίδα ὅτι τά λάθη τοῦ παρελθόντος θά ἀποτελέσουν μάθημα καί ἔναυσμα γιά μία νέα ἀρχή ἀγάπης καί ἁρμονικῆς συμβιώσεως μέ τό φυσικό περιβάλλον.

Ομιλία του Πατριάρχη Βαρθολομαίου κατά την απονομή του Βραβείου «Woodrow Wilson»

(Ἀθῆναι, 15 Μαΐου 2008)

Μακαριώτατε,
Ἐξοχώτατοι,
Ἀγαπητοί παρόντες,
Εἴχομεν τήν τιμήν νά προεδρεύσωμεν εἰς πολλάς συναντήσεις, εἰς διαφορετικά σημεῖα τῆς γῆς, ἀνά μέσον τῶν κόσμων τῆς πίστεως καί τῆς ἐπιστήμης, ἰδιαιτέρως δέ τῆς περιβαλλοντικῆς ἐπιστήμης. Πολλάκις, οἱ κατά μᾶλλον σημαίνοντα καί οὐσιαστικόν τρόπον μετέχοντες τῶν συναντήσεων τούτων δέν ἦσαν θεολόγοι ἤ ἐπίσκοποι, βιολόγοι ἤ φυσικοί ἐπιστήμονες, ἀλλά ἁπλοῖ ἄνθρωποι, οἱ αὐτόχθονες κάτοικοι. Αἱ συναντήσεις αὗται ἐπραγματοποιήθησαν ἐπί ποταμῶν καί θαλασσῶν, ὅπου οἱ ἁπλοῖ οὗτοι ἄνθρωποι ἀντιμετωπίζουν τό σοβαρόν ἐνδεχόμενον τῆς ἀπωλείας τῶν ἀπαραιτήτων διά τήν ἐπιβίωσίν των, ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ἄφρονος ἀνθρωπίνης δραστηριότητος πού ὑπολογίζει μόνον τό βραχυπρόθεσμον συμφέρον καί οὐδόλως λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τάς μακροπροθέσμους συνεπείας διά τήν ἀνθρωπότητα καί διά τήν ζωήν ἐπί τῆς γῆς ἐν γένει.
Καί ἀρχόμεθα τῆς ἡμετέρας ὁμιλίας διά τῆς ἀνωτέρω διαπιστώσεως διά νά ἐπισημάνωμεν τήν ἀλήθειαν ὅτι κατά τάς ἀνά τήν ὑφήλιον συναντήσεις ἡμῶν ταύτας, διεπιστώσαμεν τήν σύγκλισιν τῶν ἀπόψεων ἁπλῶν ἀνθρώπων –γεωργῶν, ἀλιέων, οἰκογενειαρχῶν- πρός τά τεχνικά συμπεράσματα τῶν ἐπιστημόνων, γεγονός ὅπερ καταδεικνύει τήν κοινήν συνείδησιν πάντων ὅτι τό οἰκολογικόν πρόβλημα εἶναι ἕν ἐκ τῶν σοβαρωτέρων τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου. Εἰς ὅλους τούς τόπους τούτους, οἱ ἄνθρωποι –πάσης ἰδιότητος- ἔχουν ἀντιληφθῆ ὅτι ἡ ρύπανσις τοῦ περιβάλλοντος καί αἱ ἐξ αὐτῆς κλιματολογικαί ἀλλαγαί μεταβάλλουν τό ἐνδιαίτημά των διά ταχυτάτου ρυθμοῦ καί τοιούτου τρόπου ὥστε ἡ προκαλουμένη ζημία νά εἶναι μή ἀναστρέψιμος. Ἡ ἔκφρασις τήν ὁποίαν χρησιμοποιοῦν οἱ κυνηγοί Ἰνουί τῆς Γροιλανδίας ἤ οἱ ἰθαγενεῖς τοῦ Ἀμαζονίου διαφέρει αὐτῆς τῶν ἐπιστημόνων, ἀλλά τό συμπέρασμα ὅλων εἶναι τό ἴδιον: Κατά τήν ἐπιδίωξιν τοῦ στενῶς ἐννοουμένου ὑλικοῦ κέρδους, κινδυνεύομεν νά μετατρέψωμεν τόν ὡραιότατον πλανήτην μας εἰς θάλαμον δηλητηριωδῶν ἀερίων.
Ἄν καί ἡ πλειοψηφία τῶν κατοίκων τοῦ οὕτω καλουμένου πολιτισμένου κόσμου τυγχάνομεν Χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι ὡς ἐκ τούτου ὑποτίθεται ὅτι πιστεύομεν ὅτι κυρία ἀποστολή πάντων ἡμῶν εἶναι νά ὑπερνικήσωμεν τήν φθοράν καί τόν θάνατον, ζῶντες ἐν κοινωνίᾳ μετά τοῦ ζῶντος Θεοῦ, βλέπομεν ἑαυτούς νά ἀναπτύσσουν δραστηριότητα πού ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τό ἀκριβῶς ἀντίθετον τῆς βασικῆς ταύτης χριστιανικῆς ἀρχῆς: δηλ. τήν καταστροφήν τοῦ περιβάλλοντος ἡμᾶς κόσμου, ἐπαπειλοῦσαν καί αὐτήν ταύτην τήν ὑπόστασιν τῆς ζωῆς μας ἐν αὐτῷ.
Δεδομένης λοιπόν τῆς καταστάσεως ταύτης, θά πρέπει ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, εἰδικοί καί μή εἰδικοί, νά καταβάλλωμεν ἐπιπόνους προσπαθείας προκειμένου νά ἐξεύρωμεν διέξοδον ἐκ τοῦ ἀδιεξόδου, κυρίως ὅμως τρόπους ἐπικοινωνίας καί συνεννοήσεως μεταξύ μας. Πρός τήν κατεύθυνσιν αὐτήν βασικόν ρόλον δύναται νά διαδραματίσῃ ἡ θρησκεία, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νά ἐμποτίσῃ διά τῶν εὐχύμων καρπῶν της τό τεχνοκρατικόν πνεῦμα τῆς ἐπιστήμης καί τήν κατ’ ἄνθρωπον σοφίαν.
Ἡ ἀνθρωπότης ἐβίωσε, κατά τρόπον τραγικόν, κυρίως εἰς τήν Δύσιν τῶν μέσων χρόνων, τήν ἀδυναμίαν ἐπικοινωνίας μεταξύ θρησκείας καί ἐπιστήμης. Ὁ ἐπιστημονικός κόσμος εὑρέθη ἐνώπιον διλημμάτων ὅσον ἀφορᾷ εἰς τόν τρόπον ἑρμηνείας τῆς λειτουργίας τοῦ περιβάλλοντος κόσμου. Μερικοί ἐπιστήμονες ὁμιλοῦν ἀκόμη καί σήμερον διά τάς χαινούσας πληγάς τοῦ ἐπιστημονικοῦ κόσμου ἐκ τῆς τραγικῆς ἀντιπαραθέσεως μεταξύ ἐπιστημόνων, ὅπως ὁ Γαλιλαῖος καί ὁ Κοπέρνικος, καί τοῦ θρησκευτικοῦ κατεστημένου, προκληθείσας ἐκ τοῦ διαφορετικοῦ τρόπου κατανοήσεως τοῦ σύμπαντος κόσμου. Κατά τήν ἄποψιν μάλιστα ὡρισμένων ἐξ αὐτῶν, αἱ συγκρούσεις αὗται εἶχον ὡς ἀποτέλεσμα οἱ ἐπιστήμονες νά ἀποφεύγουν τήν οἱανδήτινα ὁλιστικήν σκέψιν. Ἠσχολοῦντο μανιωδῶς μετά λεπτομερειῶν, στατιστικῶν στοιχείων, μικρῶν καί ἀποσπασματικῶν παρατηρήσεων, καί ἠμέλησαν νά ἴδουν τούς συνδετικούς κρίκους μεταξύ ὅλων τῶν μορφῶν ζωῆς καί συνόλου τῆς ὑλικῆς πραγματικότητος. Τήν διαπίστωσιν ἐάν ἡ διάγνωσις αὕτη τυγχάνῃ ὀρθή ἤ ὄχι, ἀφίεμεν εἰς τήν κρίσιν τῶν ἐπιστημόνων φίλων μας.
Ἡμεῖς ὅμως, ὡς Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, ὀφείλομεν νά εἴπωμεν καί νά τονίσωμεν ἀπό τοῦ βήματος τούτου ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος ἡμῶν διδασκαλία καί παράδοσις δέν γνωρίζει σύγκρουσιν μεταξύ ἐπιστήμης καί θρησκείας. Τό θεολογικόν τοῦτο γεγονός ἐρείδεται ἐπί τῆς διά τῶν αἰώνων ἀναπτυχθείσης καί μετά σαφηνείας διατυπωθείσης τόν 13ον καί 14ον αἰῶνα Ὀρθοδόξου θεολογικῆς διδασκαλίας, ἐξ ἀφορμῆς τῆς συγκρούσεως αὐτῆς πρός τήν σχολαστικήν θεολογίαν. Δι’ ἡμᾶς τούς Ὀρθοδόξους ὑφίσταται σαφής ὀντολογική διάκρισις μεταξύ κτιστοῦ καί ἀκτίστου, τοῦ κτιστοῦ λαμβάνοντος τήν ὕπαρξιν αὐτοῦ ἐκ τῆς ἐλευθέρας βουλήσεως καί ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καί τῆς μετοχῆς τοῦ κτιστοῦ εἰς τάς ζωοποιούς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ-. Ἡ διάκρισις αὕτη ἐγκαθίδρυσε τήν διπλῆν ἐπιστημονικήν μέθοδον προσεγγίσεως τοῦ κόσμου: Τήν πρώτην, τήν ἀφορῶσαν εἰς τήν ἔρευναν τῆς καλῶς γενομένης δημιουργίας, τῆς φύσεως, τῶν νόμων καί τῆς λειτουργίας αὐτῆς. Τό ἔργον αὐτό ἀνήκει εἰς τόν ἀνθρώπινον ἐπιστημονικόν νοῦν καί δύναται νά ἐπιτευχθῇ δι’ αὐτοῦ. Καί τήν ἄλλην, τήν ἀφορῶσαν εἰς τήν προσέγγισιν τοῦ Θείου, ἡ ὁποία ἐπιτυγχάνεται μόνον διά τῆς μετοχῆς εἰς τήν Θείαν Χάριν, τήν πλουσίως παρεχομένην διά τῶν Ἱερῶν Μυστηρίων. Ὁ σαφής οὗτος διαχωρισμός, ὁ ὁποῖος θά ἠδυνάμεθα νά εἴπωμεν ὅτι ὁμοιάζει κατά πολύ πρός τόν κλάδον ἑκάστης ἐπιστήμης πού ἀσχολεῖται μέ τόν καθορισμόν τοῦ εὔρους τοῦ γνωστικοῦ πεδίου καί τῆς μεθοδολογίας της, διαφυλάσσει ἀπό τήν πρόκλησιν οἱωνδήτινων ἀντιπαραθέσεων καί διλημμάτων μεταξύ ἐπιστήμης καί θρησκείας καί καθορίζει σαφῶς τά ὅρια ἑκατέρας: Ἡ ἐπιστήμη ἀσχολεῖται ἐλευθέρως μέ τήν ἔρευναν τοῦ κτιστοῦ κόσμου, ἡ δέ θρησκεία, ἡ πίστις, μέ τήν κατά χάριν προσέγγισιν τοῦ ἀποκαλυφθέντος εἰς τόν κόσμον Θεοῦ καί τήν μετοχήν τοῦ μή ὄντος – τοῦ κτιστοῦ καί θνητοῦ ἀνθρώπου- εἰς τάς ζωοποιούς καί θεοποιούς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ.
Ὑπό τήν ἔποψιν ταύτην πολλοί ἐκ τῶν μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καί τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου μέχρι τοῦ Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, ἠσχολήθησαν μέ τάς φυσικάς ἐπιστήμας καί ἀφῆκαν ἐμβριθεῖς στοχασμούς περί τῆς σχέσεως Θεοῦ, ἀνθρώπου καί φυσικοῦ κόσμου.
Διά τοῦτο, καί ὡς Χριστιανοί Ὀρθόδοξοι μεθ’ ἱκανοποιήσεως παρακολουθοῦμεν τήν θεραπείαν σήμερον τῶν πληγῶν τῶν συγκρούσεων ἐκείνων μεταξύ Δυτικῆς, κυρίως, Ἐκκλησίας καί ἐπιστήμης. Μετ’ ἐγκαυχήσεως ἐν Κυρίῳ παρατηροῦμεν τήν πρόοδον τῶν ἐπιστημῶν. Πλεῖστοι τῶν συγχρόνων ἐπιστημόνων ἀσχολοῦνται εἴτε μέ τήν τάξιν τῆς κτίσεως ἤ, ἄλλως, μέ τήν πραγματικότητα, ἰδιαιτέρως δέ μέ τήν πραγματικότητα τῆς ζωῆς εἰς ἀπειροελάχιστον κλίμακα. Τά ἐνδιαφέροντα, δηλαδή, τῆς ἐπιστήμης τοῦ 21ου αἰῶνος περιλαμβάνουν τήν κοσμολογίαν καί τήν ἀστρονομίαν, ἀλλά καί τήν πυρηνικήν φυσικήν καί τήν βιολογίαν. Οἱ ἐπιστήμονες ἐρευνοῦν τά δομικά στοιχεῖα τῆς ὑλικῆς πραγματικότητος, ἰδιαιτέρως δέ τάς πλέον μικροσκοπικάς μονάδας ζωῆς, τά κύτταρα. Τό ἐνδεχόμενον ὅμως αἱ ἔρευναι αὗται νά ἐπιφέρουν ἀνηκέστους συνεπείας αὐξάνεται καθημερινῶς.
Κατά τήν ἡμετέραν ἄποψιν, τό μέγιστον ἐκ τῶν προβλημάτων τῆς συγχρόνου ἐποχῆς, τό ὁποῖον λαμβάνει μορφήν πνευματικῆς διαταραχῆς, εἶναι τό γεγονός ὅτι ἡ τεχνική γνῶσις ἔχει ἀπομακρυνθῆ ἀπό πᾶσαν ἔννοιαν ἠθικῆς, κατά δέ τήν ἔμπρακτον ἐφαρμογήν αὐτῆς παράγει ἰδίαν ἠθικήν, τήν αὐτονομημένην ἠθικήν, τήν πέραν καί μακράν τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεόν καί τόν πλησίον.
Ὁ Χριστιανισμός μᾶς διδάσκει ὅτι ἑκάστη στιγμή τῆς ζωῆς μας, οἱαδήτις δρᾶσις τήν ὁποίαν ἀναλαμβάνομεν ἤ ἀμελοῦμεν νά ἀναλάβωμεν, ὁ, τιδήποτε λέγομεν ἤ παραλείπομεν νά εἴπωμεν, ἀποκτᾷ νόημα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, κρίνεται μέ μέτρον τόν Θεόν, αἱ δέ συνέπειαι αὐτοῦ ἀξιολογοῦνται ἐκ τῶν ἐπιπτώσεών των εἰς τόν κόσμον ὡς σύνολον. Ἐάν διά τούς ἀρχαίους Ἕλληνας σοφιστάς «πάντων χρημάτων μέτρον ἄνθρωπος» διά τόν Χριστιανισμόν «πάντων χρημάτων μέτρον Θεός». Ὁ Θεός συνιστᾷ τό κριτήριον ἀξιολογήσεως τοῦ κόσμου, ἡ δέ πορεία τοῦ κόσμου ἀξιολογεῖται ὡς θετική ἤ ἀρνητική ἐκ τοῦ μέτρου τῆς προσεγγίσεως τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Χριστιανισμός μᾶς διδάσκει νά δίδωμεν προσοχήν εἰς τό μικρόν, τό ἐλάχιστον, καί ὑπομιμνήσκει εἰς ἡμᾶς ὅτι ἑκάστη πρᾶξις, ἕκαστον συμβάν, πρέπει νά ἀξιολογῆται ὑπό τό φῶς τῆς αἰωνιότητος.
Ἡ σύγχρονος ἐπιστήμη ὁμιλεῖ περί τοῦ συνδέσμου μεταξύ ὅλων τῶν μορφῶν τῆς ὑλικῆς πραγματικότητος, ἰδιαιτέρως δέ μεταξύ τῶν μορφῶν ζωῆς. Κατά τάς ἡμετέρας περιβαλλοντικοῦ χαρακτῆρος ἀποδημίας, διεπιστώσαμεν πλεῖστα ὅσα παραδείγματα τῆς συνδέσεως τῆς ἀνθρωπίνης ὀλιγωρίας εἰς ἕν μέρος τοῦ πλανήτου καί τῶν ὀλεθρίων συνεπειῶν αὐτῆς εἰς ἕτερον τμῆμα αὐτοῦ, χιλιάδας χιλιομέτρων μακράν αὐτοῦ.
Ἐπληροφορήθημεν, ἐπί παραδείγματι, κατά τήν πρόσφατον ἐπίσκεψίν μας εἰς τήν Βραζιλίαν ὅτι ἡ παράνομος ξύλευσις τῶν βροχοφίλων δασῶν εἶναι εἷς ἐκ τῶν παραγόντων τῶν προκαλούντων ξηρασίας, καύσωνας καί ἄλλα ἀκραῖα κλιματικά φαινόμενα, οὐχί μόνον ἐν Βραζιλίᾳ ἀλλά καί εἰς τόν λοιπόν κόσμον. Εἰς τήν Γροιλανδίαν εἴδομεν, ἰδίοις ὄμμασι, τήν τῆξιν τῶν πάγων, ὡς συνέπειαν τῶν κλιματολογικῶν ἀλλαγῶν, ἡ ὁποία ἐπαπειλεῖ πλείστας παρακτίους ἀνά τόν κόσμον περιοχάς. Ἡ ἀσύνετος, λοιπόν, δραστηριότης τοῦ ἀνθρώπου εἰς τάς εὐκράτους περιοχάς μετατρέπει τούς ὅρους τῆς φύσεως εἰς τούς πόλους τοῦ πλανήτου, ἐνῷ αἱ ἐπιπτώσεις τῶν μεταβολῶν τούτων θά καταστοῦν αἰσθηταί καί εἰς τάς τροπικάς καί ἀναπτυσσομένας χώρας, αἱ ὁποῖαι ἤδη ἀγωνίζονται νά ἐπιβιώσουν.
Πῶς ὅμως θά διακοπῇ ὁ φρικτός οὗτος φαῦλος κύκλος; Ἡ συνείδησίς μας ὑπαγορεύει εἰς ἡμᾶς νά μή κατηγορήσωμεν τούς πτωχούς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ὑλοτομοῦν ἐν Ἀφρικῇ ἤ Λατινικῇ Ἀμερικῇ διά νά ἐπιβιώσουν. Οἱ κάτοικοι ὅμως τοῦ ἀνεπτυγμένου κόσμου – κυρίως οἱ ἀπερίσκεπτοι καταναλωταί- οἱ ὁποῖοι ἔχουν τήν δυνατότητα ἐπιλογῆς, ἔχουν αὐστηράν τήν ἠθικήν ὑποχρέωσιν νά περιορίσουν τόν καταναλωτισμόν, ὁ ὁποῖος συνιστᾷ τήν κυρίαν αἰτίαν τῆς προκλήσεως ἀνηκέστου βλάβης εἰς τό περιβάλλον. Δέν πρόκειται περί ἐπιστημονικοῦ ἤ, ἔστω, οἰκονομικοῦ ζητήματος ὑπό τήν στενήν ἔννοιαν, ἀλλά κυρίως περί δεοντολογικοῦ καί ἠθικοῦ αἰτήματος. Οἱ ἐπιστήμονες δύνανται νά παράσχουν εἰς ἡμᾶς πληροφορίας σχετικῶς πρός τάς ἐπιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι πιθανῶς νά ἀκολουθήσουν, ἐάν μολύνωμεν τούς ὠκεανούς μέ πλαστικά σκευάσματα καί ἄλλους μή ἀποσυντιθεμένους ρύπους, ἐάν καταστρέψωμεν τάς φωλεάς τῶν ζώων καί τῶν ἰχθύων, ἤ ἐάν γεμίσωμεν τήν ἀτμόσφαιραν μέ ὑπερβολικάς ποσότητας διοξειδίου τοῦ ἄνθρακος. Ἡ στάσις μας ἔναντι τῶν ἀνωτέρω διλημμάτων ὅμως συνιστᾷ ζήτημα ἠθικῆς τάξεως.
Μία ἐκ τῶν βασικῶν διαπιστώσεων τῶν ὑπό τήν αἰγίδα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου διοργανωθέντων οἰκολογικῶν Συμποσίων ἐν Βραζιλίᾳ καί Γροιλανδίᾳ εἶναι ὅτι οἱ αὐτόχθονες τῶν χωρῶν τούτων διαθέτουν βαθυτέραν γνῶσιν ἐπί τῶν σχέσεων μεταξύ Θεοῦ, ἀνθρωπότητος, ἑτέρων μορφῶν ζωῆς καί κτίσεως ὡς συνόλου, ἀπό ἐκείνην πού διαθέτουν οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀπολαμβάνουν τά τεχνολογικά ὀφέλη τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ. Διά τούς ὑποτιθεμένους πρωτογόνους αὐτούς ἀνθρώπους εἶναι ἀδιανόητον νά ἀναλάβουν δράσεις, αἱ ὁποῖαι θά ἔχουν καταστροφικάς συνεπείας διά τό σύνολον τῆς ἀνθρωπότητος καί διά τάς μελλοντικάς γενεάς. Εἰς τό σημεῖον τοῦτο, δέον νά ἐξάρωμεν τό γεγονός ὅτι ἡ ἐπιστήμη σήμερον ἐπιδεικνύει πλέον μεγαλύτερον σεβασμόν εἰς τήν παραδοσιακήν γνῶσιν, τήν διαθέτουσαν ἐγγενῆ αἴσθησιν τῆς συνδέσεως μεταξύ πασῶν τῶν μορφῶν ζωῆς.
Ὑπό τό φῶς τῶν ἀνωτέρω προσκαλοῦμεν πάντα ἄνθρωπον νά ἀναπτύξῃ ἠθικόν κριτήριον, οὐχί αὐτονομημένον, ἀλλά ἐστραμμένον πρός τόν Θεόν, τό «μέτρον πάντων τῶν χρημάτων», καί μέ γνώμονα αὐτό τό κριτήριον νά ἀναπτύξῃ μίαν στάσιν ζωῆς ἀποσκοποῦσαν εἰς τήν προστασίαν τοῦ περιβάλλοντος. Μίαν στάσιν ζωῆς διακατεχομένην ἐκ τῆς συναισθήσεως τῆς εὐθύνης ἔναντι τῶν συνανθρώπων καί τῶν ἐπερχομένων γενεῶν. Μίαν στάσιν ζωῆς διακρινομένην ἐξ ἀγάπης, ἀγάπης πρός τόν Δημιουργόν τοῦ παντός, τόν Θεόν, πρός ὅλα τά δημιουργήματά Του, καί τήν εἰκόνα αὐτοῦ, τόν ἐλάχιστον ἀδελφόν, τόν συνάνθρωπόν μας τόν πάσχοντα ἐκ τῶν ἰδικῶν μας παραπτωμάτων.
Μέ τάς σκέψεις ταύτας ἀποδεχόμεθα ἐν εὐγνωμοσύνῃ τό ἀπονεμόμενον σήμερον εἰς ἡμᾶς βραβεῖον WOODROW WILSON ὡς ἔνδειξιν τιμῆς καί σεβασμοῦ πρός τήν καθ’ ἡμᾶς Ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ Μεγάλην Ἐκκλησίαν, τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον, δι’ ὅσα τοῦτο πράττει ὑπέρ τῆς ἀφυπνίσεως τῶν συνειδήσεων τῶν ὅπου γῆς ἀνθρώπων διά τήν προστασίαν τῆς καλῶς δημιουργηθείσης ὑπό τοῦ Θεοῦ φύσεως. Ἀποδεχόμεθα τό βραβεῖον τοῦτο εὐχαριστοῦντες θερμῶς τά ἀνά τόν κόσμον μέλη τῆς Ὀργανώσεως ταύτης καί καλοῦντες αὐτά νά συμβάλουν εἰς τήν ἀφύπνισιν τῶν ἀνθρωπίνων συνειδήσεων διά τήν προστασίαν τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος.

15.5.08

Ορθόδοξη Ασκητική και Φυσικό Περιβάλλον

Γράφει ο π. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ

Ένα αγιορείτικο στιγμιότυπο

Πρωί στο κελί του Τιμίου Σταυρού του γέροντα Παϊσίου, κοντά στη Μονή Σταυρονικήτα. Τρίτη μέρα της Σαρακοστής. Είμαστε έξω στο σκεπαστό κι ο γέροντας βράζει γάλα στο καμινέτο, πάνω σ’ ένα κούτσουρο.
Παραδίπλα είναι, πλαγιασμένα στα χόρτα, τα δυο παιδιά του Γιάννη, που ανεβήκαμε μαζί στο Αγιονόρος -ο Γιάννης κάθεται μόνος του, απέναντι το βράχο.
Πιο εδώ είναι δυο επισκέπτες, κι αυτοί από τη Θεσσαλονίκη. Στέκονται όρθιοι, ακουμπώντας στην καστανιά. Πενηντάρηδες κι οι δύο, χλωμοί, στρυφνοί. Φαίνονται να είναι από κάποια παρεκκλησιαστική οργάνωση, γιατί κοιτάζουνε αυστηρά, κάπως επιτιμητικά τον γέροντα και σχολιάζουνε μεταξύ τους χαμηλόφωνα.
Τα παιδιά παίζουνε, κάνουνε φασαρία – οπότε γυρίζει ο Παΐσιος και τα λέει ήρεμα:
-Μην κάνετε θόρυβο, γιατί εδώ δίπλα, κάτω απ’ το χώμα, είναι κρυμμένοι Αμερικάνοι και θα ξυπνήσουν και θα ‘ρθουν να μας χαλάσουν την ησυχία μας.
Τα παιδιά σταματούνε, σωπαίνουνε παραξενεμένα.
Ο Γιάννης απέναντι γέρνει πλάγια στο βράχο, πάνω στο σάκο του.
Ανάβει τσιγάρο.


Οι δύο επισκέπτες, που φαίνονται σκληροί ευσεβιστές, συνεχίζουν να βλέπουν με αποδοκιμασία τον γέροντα που προσέχει να μη φουσκώσει και χυθεί το γάλα. Ώσπου ο ένας δεν αντέχει και λέει στον καλόγερο:
-Γέροντα Παΐσιε, είμαστε στις πρώτες μέρες της Σαρακοστής, έχουμε αυστηρή νηστεία, κι εσύ βράζεις να πιεις γάλα;
Ο γέροντας σωπαίνει. Δεν απαντάει. Πιάνει και κατεβάζει το κατσαρόλι, γιατί το γάλα έβρασε. Μετά πάει στο κελί, φέρνει έξι μικρά, παλιά, πορσελάνινα φλιτζανάκια, τα βάζει μερακλίδικα στη σειρά κι αδειάζει με προσοχή το γάλα μέσα σ’ αυτά. Περιμένει λίγο να κρυώσει, ενώ όλοι τον κοιτάζουμε με απορία, σιωπηλοί.
Οι δυο ευσεβιστές τα βλέπουνε όλα αυτά με αποστροφή, γιατί σκέφτονται ότι αφού είμαστε όλοι εδώ οι επισκέπτες, έξι και τα φλιτζανάκια, άρα και σ’ αυτούς θα τολμήσει ο καλόγερος να προσφέρει γάλα, τέτοιες μέρες σκληρής νηστείας.
Ο γέροντας Παΐσιος παίρνει τα γεμάτα φλιτζανάκια ένα-ένα, τα βάζει σ’ ένα ξύλινο δίσκο, τα κουβαλάει και τ’ αφήνει σε απόσταση εφτά μέτρων, στο χώμα, στην άκρη ενός θάμνου.

Δεν περνούνε λίγα λεπτά, και πιο εκεί, μέσα από τα τσαλιά, βγαίνει πολύ προσεκτικά μια οχιά και ύστερα πέντε μικρά φιδάκια – τα παιδιά της.
Κρατάω την αναπνοή μου.
Τα φίδια έρχονται, πλησιάζουν όλα, ένα-ένα, σέρνοντας, περνούνε δίπλα μας, πάνε σιγά-σιγά στα φλιτζανάκια, κι αρχίζουν ήρεμα να πίνουν, να ρουφούνε το πρωινό γάλα τους.


Ο περιβαλλοντολόγος ασκητής

Το παραπάνω πραγματικό και άκρως θαυμαστό γεγονός, το οποίο γλαφυρότατα μάς εξιστορεί ο γνωστός συγγραφέας Γιώργος Σκαμπαρδώνης υπό τον τίτλο "ΠΡΩΙΝΟ ΡΟΦΗΜΑ" και που ανασύρουμε, χάριν των αναγνωστών μας, από το Περιοδικό Αναλόγιον, [εκδ. Ι. Μητροπόλεως Σερβίων και Κοζάνης, 1 (2001) 194 ἑξ.], αφορά σ' ένα τρυφερότατο στιγμιότυπο -απροσδόκητο για τον πολύ κόσμο και την τρέχουσα ορθολογιστική εποχή μας- από τη ζωή και τη μοναστική καθημερινότητα ενός αγιασμένου Γέροντα του 20ού αιώνα, του Μοναχού Παϊσίου του Αγιορείτου (25.7.1924-12.7.1994), κατά κόσμον Αρσενίου Εζνεπίδη από τα Φάρασα της Καππαδοκίας.
Πλείστα όσα θαυμάσια και συνταρακτικά διηγούνται όσοι κατά καιρούς τον συναναστράφηκαν, τον συμβουλεύτηκαν ή ξαπόστασαν κάτω απ' τον "ίσκιο" του κολοσσιαίου πνευματικού του παραστήματος, λόγω του καύσωνα των παθών και των λαθών τους, ωφελούμενοι παντοιοτρόπως. Σύμφωνα με τον λόγιο και ποιητή Μοναχό Μωυσή τον Αγιορείτη, ο π. Παΐσιος
"υπήρξε έμπειρος, υπομονετικός κι επίμονος ιατρός ψυχών και οδηγός ενός πυκνού πλήθους ανθρώπων με μεγάλες ανάγκες. Ο ιλαρός του λόγος, το παράδειγμά του, οι συμβουλές του σε άγγιζαν, σου μετέδιδαν ειρήνη, τη χάρη της ευλογίας, τη δρόσο του πνεύματος".

Το χάριν παραδείγματος περιστατικό, που προτάξαμε στο σημερινό μας άρθρο, αφορά στη σχέση αρμονικής-αγαπητικής συνύπαρξης του ασκητή Παϊσίου με το φυσικό περιβάλλον του καιρού και του τόπου του, έρχεται μάλιστα ν' αποδείξει περίτρανα, πως η ψυχική του ανθρώπου αποκάθαρση, η εκ βάθρων ανακαίνιση του πνεύματός του δια της διαρκούς τήρησης καρδιακής αθωότητας και απλότητας του νου έναντι των ειδών και των πραγμάτων που μάς περιτριγυρίζουν (εννοείται, πρώτιστα έναντι του συνανθρώπου), διαθέτει σοβαρές δυναμικές επανόρθωσης του τραγικού εκείνου Διχασμού, τον οποίο κληρονόμησε η ανθρωπότητα ως ρύπο και γονίδιο θανάτου, μετά την προπατορική παρακοή και αυτοκαταδίκη.


Ναι στην κτίση, όχι στην κτήση

Για να μπουν όμως τα πράγματα στη σωστή τους βάση, πρέπει να υπογραμμισθεί με ιδιαίτερη έμφαση, ότι ο π. Παΐσιος δεν αποτελεί απλά και μόνο μια κάποια ενδιαφέρουσα εξαίρεση φωτισμένου ανθρώπου, μήτε είναι κάτι το μοναδικό ή και πολύ μακρινό στην δαιδαλώδη και μακραίωνη ιστορία του Ορθόδοξου Μοναχισμού. Ένας πολύτιμος κρίκος είναι της μακριάς εκείνης αλυσίδας των Αφιερωμένων, οι οποίοι έλαμψαν είτε ως αναχωρητές, είτε στα κοινόβιά τους, κατά την δισχιλιετή πορεία του Χριστιανισμού, κατορθώνοντας συν τω χρόνω, "υστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, ων ουκ ην άξιος ο κόσμος, εν ερημίαις πλανώμενοι και όρεσι και σπηλαίοις και ταις οπαίς της γης" [Εβρ 11, 37-38], να τους υπακούνε τα στοιχεία της φύσης, να συνομιλούν με τα πουλιά και να συγχνοτίζονται με τ' άγρια ζώα, αποκαθιστώντας με τον αξιοζήλευτο αυτόν τρόπο την αρχαία φιλία με τον περιβάλλοντα Κόσμο, για χάρη της οποίας ο ίδιος ο Θεός έγινε Άνθρωπος και το λεγόμενο "σχέδιο της θείας οικονομίας" μπήκε σ' ενέργεια.

Όλα τα "Γεροντικά", τα βιβλία δηλαδή με συγκεντρωμένα ψυχωφελή στιγμιότυπα από τον βίο και την πολιτεία διακεκριμένων Ασκητών, γέμουν ανάλογων τέτοιων υπέροχων περιπτώσεων, δημιουργώντας μάλιστα βαθιά συγκίνηση και γόνιμους προβληματισμούς στον κάθε ὑποψιασμένον αναγνώστη. Αξίζει ν' αναφερθούν εδώ κάποια τέτοια παραδείγματα:

"Ο Άγιος Νείλος ο Ασκητής παροτρύνει τους ανθρώπους να παραδειγματίζονται από τα ζώα τα οποία δεν παρεκκλίνουν από τα φυσικά τους όρια, ενώ εκείνοι που τιμήθηκαν τόσο πολύ από το Θεό παραβιάζουν κατάφωρα τις εντολές του. Η ικανότητα επικοινωνίας του ανθρώπου με τα ζώα ανέκαθεν εθεωρείτο σημείο αγιοσύνης στην Ορθόδοξη Παράδοση.

Σύμφωνα με τον Άγιο Ισαάκ τον Σύρο, τα ζώα παύουν να είναι άγρια προς τον άνθρωπον όταν οσφραίνονται το άρωμα της αγιότητας, της κατάστασης πριν από την αμαρτία. Έτσι ο μεγάλος Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ είχε ως καλύτερο φίλο του μια αρκούδα στο δάσος της άσκησής του, ενώ ο Άγιος Σέργιος ο Ραντονέζ συχνά απεικονίζεται σε χειρόγραφα της Λαύρας της Αγίας Τριάδος να απευθύνεται σε μοναχούς αλλά και σε άγρια ζώα και πουλιά" [Αρχιμανδρίτου Μακαρίου Φιλοθέου (τώρα Μητροπολίτου Σιδηροκάστρου), "Ὀρθοδοξία και Περιβάλλον", Περιοδικό Εκκλησία 72 (1995) 641].

Αξιομνημόνευτο είναι, ότι τον όσιο Γεράσιμο τον εν Ιορδάνη (επί Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου) βοηθούσε στις δουλειές ένα λιοντάρι, τό οποίο μάλιστα οδηγούσε το υδροφόρο γαϊδουράκι του οσίου στόν δρόμο προς και από την πηγή. [Βλ. Α. Μ. Σ τ α υ ρ ο π ο ύ λ ο υ, «Ιστορίες με ζώα», Περιοδικό Ο Εφημέριος 44 (1995) 128].

Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης (1866-1938) λυπόταν μέχρι δακρύων για μια μύγα που πάτησε, για τις νυχτερίδες που ζεμάτισε, για ένα φίδι που σφάδαζε κομματιασμένο στον δρόμο. [Βλ. Α ρ χ ι μ α ν δ ρ ί τ ο υ Σ ω φ ρ ο ν ί ο υ (Σ α χ ά ρ ω φ), Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, εκδ. Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 1999 (8η έκδοση), σ. 582. Πρβλ. στο ίδιο βιβλίο, το Κεφάλαιο «Σκέψεις του Γέροντος περί των φυτών και των ζώων», σ. 116-119.] Για τα φυτά επίσης θεωρούσε αδιανόητη κάθε τραχύτητα, η οποία θα τούς προξενούσε την οποιαδήποτε βλάβη, ούτως ώστε ακόμη και τα χόρτα στα μονοπάτια ή τα φύλλα των δέντρων απέφευγε «άνευ ανάγκης» να κόβει, διότι, όπως έλεγε, «η καρδία, ήτις έμαθε να αγαπά, λυπείται και το φύλλον και πάσαν την κτίσιν», χωρίς όμως ποτέ να φθάνει σε «προσκόληση» για τα πράγματα ετούτα της Κτίσης.
Ένας άλλος Αγιορείτης, ο παπα-Τύχων (1884-7.9.1968), δεχόταν τακτικές επισκέψεις από μιαν αλεπού και μοιραζόταν το λιγοστό φαγητό του με τ’ άγρια ζώα, ενώ ευχαρίστως άφηνε τα έντομα να θηλάζουν το αίμα του ανενόχλητα. [Μ ο ν α χ ο ύ Π α ϊ σ ί ο υ Α γ ι ο ρ ε ί τ ο υ, Αγιορείται Πατέρες και Αγιορείτικα, εκδ. Ιερόν Ησυχαστήριον «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θεσσαλονίκης 1993 (2η έκδοση), σ. 29 (κεφάλαιο για τον παπα-Τύχωνα)].

Είναι χαρακτηριστική και η περίπτωση του Γέροντα της Πάτμου Αμφιλοχίου Μακρή (1888-16.4.1970), ο οποίος απαιτούσε από τους εξομολογουμένους, σ' ένδειξη μετάνοιας, να φυτεύουν ένα δέντρο, επειδή -όπως έλεγε συνήθως- "όποιος φυτεύει δέντρο φυτεύει ελπίδα, φυτεύει ειρήνη, φυτεύει αγάπη και έχει τις ευλογίες του Θεού".

Οι ασκητές αυτοί, παλαιότεροι και νεότεροι, επώνυμοι ή ανώνυμοι (κυρίως αυτοί οι δεύτεροι), με το που κατέστειλαν τον εγωισμό και το κοσμικό τους φρόνημα,
· ξανάγιναν ζωντανά, ενεργά και αποδοτικότερα στο εξής μέλη της περιρρέουσας Δημιουργίας του Θεού,
· επανεντάχτηκαν με υποδειγματική ταπεινοφροσύνη στ' άλλα κτίσματα, αναγνωρίζοντας την ιδιαιτερότητα, ιερότητα και μοναδικότητα ενός εκάστου,
· αγάπησαν ειλικρινά τα υλικά στοιχεία, επειδή νωρίτερα αγάπησαν με όλο τους το είναι τον
"πατέρα, παντοκράτορα, ποιητήν ουρανού και γης",
· σεβάστηκαν την περιβάλλουσα Κτίση, επειδή δεν την αντιμετώπισαν ποτέ ως κτήση τους, φέουδό τους (όπως, δυστυχώς, συμβαίνει συνήθως, στις ωχρές μέρες μας ιδιαίτερα) αλλά "ως μηδέν έχοντες και τα πάντα κατέχοντες"
[Β' Κορ 6, 10],
· διαφύλαξαν με περισσή περίσκεψη, ως καλοί ένοικοι ή έμπιστοι διαχειριστές, τον πρόσκαιρο τόπο της επί γης "φιλοξενίας" τους, διότι καθημερινά βίωναν το "ουκ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν"
[Εβρ 13, 14],
· προσγειώθηκαν, κατέβηκαν δηλαδή από το επικίνδυνο σύννεφο του Εγώ τους, επειδή έγκαιρα κατανόησαν σε βάθος τη φράση του Δαβίδ: "Του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής, η οικουμένη και πάντες οι κατοικούντες εν αυτή" [Ψαλμ. 23, 1], ή τον άλλο στίχο του Ίδιου: "εις τόπον χλόης, εκεἰ με κατεσκήνωσεν, επί ύδατος αναπαύσεως εξέθρεψέ με"
[Ψαλμ. 22, 2].
· Λόγους και ποιητικές φράσεις, που έτσι κι αλλιώς αναγίγνωσκαν στις καθημερινές τους προσευχές έκαμαν πράξη οι ασκητές, καθώς άλλωστε είχαν υποχρέωση. Πέρασαν, δηλαδή, από την ορθοδοξία στην ορθοπραξία και ο αδιάπτωτος αυτός έμπρακτος σεβασμός του φυσικού περιβάλλοντος κατέστη προσευχή και λατρευτική εκδήλωση προς τον Κύριο και Θεό τους, "ότι αυτός είπε, και εγενήθησαν, αυτός ενετείλατο, και εκτίσθησαν. Έστησεν αυτά εις τον αιώνα και εις τον αιώνα του αιώνος· πρόσταγμα έθετο, και ου παρελεύσεται"
[Ψαλμ. 148, 5-6].
· Γι' αυτό ακριβώς αναχώρησαν, όσο νωρίτερα μπόρεσαν, από τη ρυπογόνο (με κάθε έννοια) ατμόσφαιρα των πόλεων. Στο εξής, φίλοι τους έγιναν ειλικρινέστεροι και μονιμότεροι "δράκοντες και πάσαι άβυσσοι· πυρ, χάλαζα, χιών, κρύσταλλος, πνεύμα καταιγίδος, (...) τα όρη και πάντες οι βουνοί, ξύλα καρποφόρα και πάσαι κέδροι· τα θηρία και πάντα τα κτήνη, ερπετά και πετεινά πτερωτά"
[Ψαλμ. 148, 7-10].

Πρωτοπόροι στον οικολογικό αγώνα

Σεμνύνεται, πραγματικά, η Εκκλησία για την καθημερινή, αθόρυβη και αδιαπραγμάτευτη συνεισφορά του Μοναχισμού της στον εν γένει οικολογικό προβληματισμό. Σεμνύνεται για την κατάθεση ψυχών και σωμάτων κυριολεκτικά στο μέτωπο του κοινού αγώνα, έστω κι αν οι Μοναχοί της δεν εντάχτηκαν ποτέ σε οικολογικά κινήματα και σχήματα, αλλά, με τον απονήρευτο και ανυστερόβουλο τρόπο που οικονομούν συνήθως τα πράγματα του περιβάλλοντός τους, συμμετέχουν καθοριστικά στις διεθνείς προσπάθειες για καλυτέρευση της ποιότητας ζωής και ύπαρξης πάνω στον πλανήτη Γη, τον αιμοστάζοντα ολοένα και διαρκώς πενθούντα, εξ υπαιτιότητος διεστραμμένων εγκεφάλων και άνομων συμφερόντων.
Η Ορθόδοξη Ασκητική πάντως προηγείται, δίχως μεγαλοστομίες και αβαρείες, στον αγώνα υπέρ του Περιβάλλοντος και στην αγωνία για το μέλλον του. Ίσως, επειδή εκ πεποιθήσεως εφαρμόζει τελικά εκείνο, που ο Οδυσσέας Ελύτης στο «Σηματολόγιόν» του έχει εκφράσει ποιητικότροπα:

«Αν δε στηρίξεις
το ένα σου πόδι
έξω απ' τη Γη
ποτέ σου δεν θα μπορέσεις
να σταθείς επάνω της».

Και ο νοών, νοείτω!!!...

13.5.08

Εισήγηση για τη σχέση του Μοναχισμού με την Οικολογία


Η Αναπτυξιακή Δημοτική Επιχείρηση Πάτρας (ΑΔΕΠ), μεταξύ των πολλών κι ενδιαφερόντων δραστηριοτήτων, που έχει αναπτύξει από το 1993, κύριο αντικείμενό της είναι η υλοποίηση της περιβαλλοντικής πολιτικής του Δήμου των Πατρέων.

Το Τμήμα Περιβάλλοντος, του οποίου επικεφαλής είναι ο Κώστας Κωνσταντακόπουλος, ασχολείται με διάφορους τομείς της περιβαλλοντικής πολιτικής του Δήμου, όπως βιώσιμη ανάπτυξη – Τοπική Agenda 21, Ανακύκλωση – Οικο-Κατανάλωση, Περιβαλλοντική Εκπαίδευση (Π.Ε.), Διαχείριση της περιοχής Natura 2000 του Παναχαϊκού όρους , μεγάλο μέρος του οποίου ανήκει στο Δήμο Πατρέων κ.ά.


Στο πλαίσιο των Προγραμμάτων Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης, που υλοποιήθηκαν κατά τη σχολική περίοδο 2007-2008, διακρίθηκε το πρόγραμμα με τίτλο : «Ευαισθητοποιούμε και Προβάλλουμε για την "Αναγέννηση" του Βουνού της Πάτρας (Παναχαϊκό Όρος)» , το οποίο υλοποίησε το Γυμνάσιο των Ιδιωτικών Εκπαιδευτηρίων «Ελληνική Αναγέννηση».

Το Πρόγραμμα συνίσταται πρακτικά στη διάδοση και προβολή του περυσινού (2006-2007) προγράμματος του σχολείου (“Παναχαϊκό όρος το ….Πάρκο της Πάτρας”) σε περιφερειακά σχολεία (Δημοτικό σχολείο Α. Καστριτσίου, Ειδικό Σχολείο Κωφών στο Ρίο, Δημοτικό Σχολείο Λεοντίου κ.α.) και στην ευρύτερη κοινωνία της πόλης, που αφορά στον ορεινό όγκο της πόλης.

Η εκδήλωση της 14ης Μαΐου 2008, είναι μέρος και συνάμα η πανηγυρική εκδήλωση του προγράμματος προβολής και ευαισθητοποίησης.

Θα ξεκινήσει στις 8 το βράδυ στους χώρους των Εκπαιδευτηρίων και θα περιλαμβάνει κάμποσα ενδιαφέροντα για το συγκεκριμένο περιβαλλοντικό Πρόγραμμα, τραγούδια από τη Χορωδία και την Ορχήστρα των μαθητών, αλλά και δυο κεντρικές ομιλίες των προσκεκλημένων Εισηγητών:

1. π. Παναγιώτη Καποδίστρια, με θέμα "Η Ορθόδοξη Ασκητική και το Φυσικό Περιβάλλον" και
2.
Γιάννη Σχίζα (συγγραφέα και μέλος περιβαλλοντικών οργανώσεων), με θέμα "Τα βουνά στην εποχή της παγκοσμιοποίησης".

Οι συνεπέστεροι Αναγνώστες μας

Related Posts with Thumbnails