© ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση και αναπαραγωγή οποιωνδήποτε στοιχείων ή σημείων του e-περιοδικού μας, χωρίς γραπτή άδεια του υπεύθυνου π. Παναγιώτη Καποδίστρια (pakapodistrias@gmail.com), καθώς αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία, προστατευόμενη από τον νόμο 2121/1993 και την Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης, κυρωμένη από τον νόμο 100/1975.

12.11.09

ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ. Συμβολή του θεολογικού λόγου στην δημιουργία οικολογικής συνειδήσεως


Εἰσήγηση Μητροπολίτου Ζακύνθου ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ἐνώπιον τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος(Ὀκτώβριος 2007)

«Ὁρᾶτε καί φυλάσσεσθε ἀπό πάσης πλεονεξίας» (1)

Ὁ παραινετικός αὐτός λόγος τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Πίστεώς μας, ὄντως ἀψευδής καί ἀφορώντας σέ κάθε πτυχή τῆς ἀνθρώπινης καθημερινότητας καί δή στήν κατάσταση τῆς παρακμῆς της, μπορεῖ ἐπιτυχῶς -θεωρῶ- νά τεθεῖ ὡς προμετωπίδα τῆς σημερινῆς μου εἰσηγήσεως (2), ενώπιον τῆς Σεπτῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, καθώς διαπραγματεύομαι τόν καίριο προβληματισμό περί τῆς συμβολῆς τοῦ θεολογικοῦ μας λόγου στήν δημιουργία οἰκολογικῆς συνειδήσεως στον σύγχρονο κόσμο.
Ὡσαύτως, αὐτός ὁ λόγος θά ἠμποροῦσε νά ἀποτελεῖ προμετωπίδα ὅλων τῶν οἰκολογικῶν καί περιβαλλοντικῶν ὀργανώσεων, οἱ ὁποῖες δραστηριοποιοῦνται ἤδη στό πλαίσιο τοῦ γενικότερου σκεπτικισμοῦ γιά τήν σωτηρία τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος ἀπό βέβαιο ἀφανισμό.
Μέχρι τήν ἐποχή μας, ἀπό πολλές πλευρές ἀκούγεται ἡ ἄποψη περί δυνατότητος αὐτοϊάσεως τῆς τραυματισμένης φύσεως. Καί δικαίως. Μέχρι πρότινος κάτι μποροῦσε να κατορθωθεῖ. Ὅμως ἡ ἄποψη αὐτή πάμπολλες φορές λειτούργησε ὡς ἄλλοθι καί ἡ κάθε εἴδους ρύπανση καί καταστρεπτική συμπεριφορά ἐπί τῆς φύσεως συνεχίστηκε ἀνεξέλεγκτα. Ἤδη, κατά τίς ἐπισημάνσεις τῶν εἰδικῶν ἐπιστημόνων, οἱ δυνατότητες διορθώσεως ἐξαντλοῦνται δραματικῶς, μιά δυσοίωνη κατάσταση, ἡ ὁποία ἀφορᾶ στούς πάντες: Ἄρχοντες καί ἀρχομένους, πολιτεία καί πολίτες, ἀλλά –ἐν προκειμένῳ καί ἀπό μιάν ἄλλη ἄποψη- ἅπαντα τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἐάν ὄντως ἐπιθυμοῦμε ἀξίως νά διατηρούμαστε στό αὐτό Σῶμα, ἐννοῶ τό Σῶμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ.
Κατά τά τελευταῖα χρόνια τό Περιβάλλον προστατεύεται καί νομικῶς. Ἡ σχετική νομοθεσία ἔχει ἀναπτυχθεῖ κατά πολύ, τόσον ὥστε νά μποροῦμε νά μιλᾶμε γιά «δίκαιο τοῦ περιβάλλοντος», ὡς ἰδιαίτερο κλάδο τοῦ Δικαίου μας (3). Ὅμως, ἀρκεῖ κάτι τέτοιο γιά τήν διόρθωση τῶν τόσων ἡμαρτημένων; Μήπως προϋποτίθεται ἡ ἀνάπτυξη συνειδήσεως; Μήπως ἡ μελέτη καί ἀντιμετώπιση τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος ὡς καρποῦ καί ἀπόρροιας τῆς ἀγαπητικῆς διαθέσεως τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, θά ἔθετε τό πρόβλημα στίς σωστές του διαστάσεις, ἐπαναθέτοντας ἐντέλει προβληματισμό γιά τίς σχέσεις τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Πατέρα καί Δημιουργό του;

Ἡ θεία Χάρη ἔχει ἐκφρασθεῖ πρός τό ἀνθρώπινο γένος «πολυμερῶς καί πολυτρόπως» (4), θαυματουργικῶς καί εὐεργετικῶς. Ἅπαντα τά δημιουργήματα τοῦ Σύμπαντος, μέ ἀνώτερο τόν ἴδιο τόν Ἄνθρωπο, ἐξῆλθαν «καλά λίαν» (5) ἀπό τά χέρια τοῦ Πλάστη. Ὁ ἄνθρωπος ὅμως εἶναι ἐκεῖνος, πού εὐθύνεται γιά τήν ἀφύσικη σημερινή κατάσταση τῆς φύσεώς μας καί ἡ ὁποία ἀνακυκλώνει τήν παρακοή τῶν Πρωτοπλάστων. Ὅπως ἐκεῖνοι μέσα στόν Παράδεισο θέλησαν νά ἀνατρέψουν τήν Τάξη πού ἔθεσε ὁ πάνσοφος Δημιουργός, ἔτσι καί σήμερα ὅλοι ἐμεῖς, μέ πρωτοστατοῦντες καί πρωτοφταῖχτες τούς «δοκοῦντας ἄρχειν τῶν ἐθνῶν» (6) ἐπαναλαμβάνουμε τήν ἴδια τακτική. Διασαλεύουμε τήν ἰσορροπία τῆς κτίσεως, πιστεύοντας, ὅτι ἔτσι ἰδιοποιούμαστε κάτι πού δῆθεν μᾶς ἀνήκει, παρ’ ὅτι κάτι τέτοιο οὐδόλως συμβαίνει.

Ἔχει κατ’ ἐπανάληψιν εἰπωθεῖ καί ὑποστηριχθεῖ ἀπό πολλούς καί διαφόρους διανοητές, ὅτι τό οἰκολογικό εἶναι ἕνα πρόβλημα πολιτικό. Ἐπιτρέψατέ μου νά προσθέσω, ἐπαναλαμβάνοντας παροιμιώδη λόγο τοῦ ἀοιδίμου Πατριάρχου Δημητρίου Α΄, ὅτι εἶναι πρόβλημα κυρίως π ν ε υ μ α τ ι κ ό. Ἐκεῖνος ὁ δυναμικός ἐν τῇ πραότητι καί ἁπλότητί του Πρωθιεράρχης τῆς Ὀρθοδοξίας, χαιρετίζοντας τίς ἐργασίες σχετικοῦ Συνεδρίου στή νῆσο Πάτμο, κατά τίς ἀλησμόνητες καί ἱστορικῆς σημασίας ἑορτές τῆς 900ετηρίδας τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Θεολόγου, ὑπογράμμισε:

«(…) τό οἰκολογικόν εἶναι πρωτίστως πνευματικόν πρόβλημα. Περιορίζων τάς ὑλικάς αὐτοῦ ἀνάγκας ὁ ἄνθρωπος, ὄχι μόνον κατακτᾷ τήν πνευματικήν τελειότητα καί ἐλευθερίαν, ἀλλά συγχρόνως διασώζει καί τήν κτίσιν. Καί εἰς τήν ἀρχαίαν ἑλληνικήν σκέψιν καί εἰς τόν Χριστιανισμόν ἡ ὀλιγοδεΐα εἶναι πνευματικόν κατόρθωμα, ἐνῷ ἡ πολυτέλεια, ἡ σπατάλη καί ἡ τρυφή εἶναι δείγματα βαρβαρότητος. (…)»
(7) .
Συγκρούεται, λοιπόν, καί πάλιν ὁ ἰδεαλισμός μέ τόν ὑλισμό. Ὁ ἄνθρωπος, ὡς δισύνθετο ὄν πού εἶναι, ἀποτελούμενος δηλαδή ἀπό τήν ψυχή καί τό σῶμα, ἀπό στοιχεῖα πνευματικά δηλαδή καί ὑλικά, ἀπό οὐρανό -ἄν θέλετε- καί ἀπό χῶμα, εἶναι ὑποχρεωμένος νά τηρεῖ μιάν ἐξισορροπητική ἁρμονία μεταξύ τῶν δύο. Ἐάν ἡ εἰδική ἀξία τοῦ ἑνός συνθετικοῦ ἀπορροφηθεῖ ἀπό τό ἄλλο, ἐάν ἡ ψυχή δηλαδή ὑπερκεράσει τό σῶμα, ἤ, ἐάν στό σῶμα δοθεῖ ἔμφαση μεγαλύτερη ἔναντι τῆς ψυχῆς, τότε διασαλεύεται ἐπικίνδυνα ἡ ἰσορροπία, τήν ὁποίαν ὅρισε ὁ Δημιουργός καί κατά συνέπειαν ἐκπίπτομε θεολογικῶς, εἴτε στό στρατόπεδο τῶν εὐσεβιστῶν, εἴτε στό στρατόπεδο τῆς λατρείας τῆς ὕλης, σέ δυό ἀκραῖες πάντως καταστάσεις, καταδικασμένες οὕτως ἤ ἄλλως στήν συνείδηση τῆς αὐθεντικῆς Ὀρθοδοξίας, ἡ ὁποία κινεῖται πάντοτε μέ πνεῦμα μέτρου, διακρίσεως καί σοφίας.
Κατ’ ἐπέκτασιν τῆς συλλογιστικῆς μας αὐτῆς, μόλις ὁ ἄνθρωπος ἐθεώρησε, ὅτι τό φυσικό περιβάλλον, μέ τό νά τό ὑποτάξει στίς ὀρέξεις του, θά ἠμποροῦσε νά τοῦ παρέχει περισσότερα ἀπό ὅσα πρέπει, μόλις λάτρεψε τήν ὕλη, ἄρχισε μεταξύ τους μιά ἰδιάζουσα σχέση, καθ’ ὅλα ἀφύσικη: Ὁ ἄνθρωπος διαρκῶς ἔπαιρνε, λήστευε, δυνάστευε τό περιβάλλον καί ἐκεῖνο, ὡς ἐκ τούτου, ἀμυνόμενο νά κρατήσει τήν ἁρμονία πού ὁ Πλάστης εἶχε καθορίσει, ἄρχισε νά ἀντιδρᾶ ἐκδικούμενο.

Διεκτραγωδοῦμε μιάν ἀδιέξοδη κατάσταση, ἡ ὁποία δέν ἔχει λήξει στίς ἡμέρες μας. Τούς πικρούς καρπούς τῆς δεύτερης αὐτῆς πτώσεως γευόμαστε ὅλοι μας καί -δυστυχῶς- θά γεύονται καί τά παιδιά τῶν ἑπομένων γενεῶν. Δέν θά ἀπαριθμήσω ἀπό τήν θέση αὐτήν τίς πληγές καί τά δεινά τοῦ περιβάλλοντος. Αὐτά εἶναι γνωστά ἀπό τίς περιγραφές καί ἀναλύσεις τῶν εἰδικῶν ἐπ’ αὐτοῦ ἐπιστημόνων, ἄ ν ε ἶ ν α ι ἀκόμη ὅλα γνωστά… Σημασία ἔχει, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐντός ὀλίγου δέν θά δύναται πιά νά ζήσει ἐπάνω στή γῆ. Τά πάντα τόν πολιορκοῦν ἀποδιώχνοντάς τον, ἐπειδή ὁ ἴδιος τά ἐρέθισε πρός τοῦτο. Ἔτσι ἀκριβῶς, ὅπως συνέβη μέ τούς Πρωτόπλαστους: Ἀμέσως μετά τήν παρακοή καί τήν πτώση, ἐκεῖνοι δέν εἶχαν πλέον τό δικαίωμα νά παραμένουν στήν παραδείσια ζωή. Ἀποτελοῦσαν πλέον ξένο σῶμα. Κατ’ αντιστοιχίαν, ἔτσι συμβαίνει καί μέ τόν σημερινό ἄνθρωπο: Ἐξόριστος ἀπό τό φυσικό του περιβάλλον, τό ὁποῖο λεηλάτησε ὁ ἴδιος (πολλές φορές μάλιστα, ἀποδιωγμένος καί ἀπό τόν ἴδιο του τον ἑαυτό) ψάχνει νά εὕρει τόπο κατάλληλο, ὥστε ἐκεῖ νά κρύψει τήν γυμνότητά του.

Ἐάν ὁ ἄνθρωπος σεβόταν τά ἐν σοφίᾳ ποιήματα τοῦ Θεοῦ μέσα στόν κοινό Κῆπο-Κόσμο μας, ἐάν διέκρινε πίσω ἀπό τό κάθε κτίσμα τήν μυστική ἐνέργεια τοῦ Πλαστουργοῦ, τότε θά προσέδιδε στά πράγματα τοῦ Περιβάλλοντος τήν σημασία πού τούς ἀνήκει. Ἀντιθέτως, πασχίζει ὅλο καί περισσότερο νά ἐκμεταλλευθεῖ τήν κάθε πτυχή καί δυνατότητα τοῦ οἰκοσυστήματος, προσβάλλοντας ἔτσι μέ βαναυσότατο τρόπο τίς ὁριοθετήσεις πού ἔθεσε ὁ Δημιουργός. Τό πρόβλημα ἔγκειται σέ αὐτό ἀκριβῶς: Χάνοντας τήν πνευματικότητά μας, μεταθέσαμε τό κέντρο βάρους τοῦ ἐνδιαφέροντός μας στήν θεοποίηση τῆς ὕλης, γι’ αὐτό καί παταγωδῶς ἀποτύχαμε ὡς ὑπάρξεις καί πολιτισμός. Ἄρα, σύμφωνα μέ δηλώσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολαίου Α΄ στό Πανεπιστήμιο Αἰγαίου, τό 1994,

«ἡ ζητουμένη σήμερον ἀλλαγή στάσεως τοῦ ἀνθρώπου ἔναντι τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος προϋποθέτει ἀλλαγή νοήματος, τό ὁποῖον ἀποδίδει ὁ ἄνθρωπος εἰς τήν ὕλην καί εἰς τόν κόσμον. Ἡ Οἰκολογία δέν θά ἐμπνεύσῃ σεβασμόν τῆς φύσεως, ἐάν δέν ἐκφράσῃ κοσμολογίαν διάφορον τῆς σήμερον κατά τοῦ πολιτισμοῦ ἡμῶν κρατούσης, ἀπηλλαγμένων τοῦ ἀφελοῦς ὑλισμοῦ, ὅσον καί τοῦ ἀφελοῦς ἰδεαλισμοῦ»
(8).
Ἡ συστράτευση τῶν χριστιανικῶν καί δή τῶν ὀρθοδόξων δυνάμεων ἔναντι τοῦ προβλήματος ἔχει ἀνθίσει καί ἐξελιχθεῖ ἱκανοποιητικῶς κατά τήν τελευταία εἰκοσαετία. Πρῶτος διδάξας τήν εὐαισθητοποίηση ὑπέρ τοῦ Περιβάλλοντος ὑπῆρξε ὁ Πατριάρχης Δημήτριος. Εἶναι γνωστόν, ὅτι τό 1989, ἐπί τῆς πατριαρχίας του καθιερώθηκε ἡ 1η Σεπτεμβρίου κάθε ἔτους (ἀρχή τῆς Ἰνδίκτου καί ἐκκλησιαστική Πρωτοχρονιά) ὡς ἡμέρα ἀναπέμψεως εὐχῶν καί ἱκεσιῶν γιά τήν προστασία του περιβάλλοντος. Μέ ἕνα ἐμπνευσμένο Μήνυμά του ἐπεσήμανε τήν ἀναγκαιότητα τῆς πρωτοβουλίας αὐτῆς, προτρέποντας μάλιστα ἀφ’ ἑνός μέν τούς πιστούς, νά νουθετοῦν σχετικῶς καί τά παιδιά τους, ἀφ’ ἑτέρου δέ τούς κυβερνῆτες τῶν λαῶν, νά μή χρονοτριβοῦν στήν προστασία καί διάσωση τῆς φυσικῆς δημιουργίας
(9).
Ἔκτοτε ἡ Ὀρθόδοξη Βιβλιογραφία πλήθει σοβαρότατων και ἐμπεριστατωμένων θεολογικῶν μελετῶν γιά τό ἐν λόγῳ θέμα, διαρκῶς μάλιστα ἐμπλουτίζεται μέ νεώτερες καταθέσεις. Μέ τόν κίνδυνο ν’ ἀδικήσουμε πολλούς ἐμβριθεῖς θεολόγους καί θεολογοῦντες (δίχως ὅμως πρόθεση ἀπό πλευρᾶς μας), ἀξίζει ἐνδεικτικῶς μόνον ν’ ἀναφέρουμε κάποια σημαντικά αὐτοτελῆ πονήματα, κατά σειρά χρονολογική καί χάριν παραδείγματος:

1. Νίκου Νησιώτη, Ἡ φύσις ὡς κτίσις, 1974,
2. Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ἀχελώου Εὐθυμίου Στύλιου, Ἄνθρωπος καί Φυσικό Περιβάλλον. Ἡ χριστιανική ἄποψη γιά τό οἰκολογικό πρόβλημα, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθήνα 1987 καί 1989,
3. Ἀνέστη Κεσελοπούλου, Ἄνθρωπος καί φυσικό περιβάλλον. Σπουδή στον ἅγιο Συμεών τό Νέο Θεολόγο, ἐκδ. Δόμος, Ἀθήνα 1989,
4. Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ἰωάννου (Ζηζιούλα), Ἡ Κτίση ὡς εὐχαριστία. Θεολογική προσέγγιση στό πρόβλημα τῆς Οἰκολογίας, ἐκδ. Ἀκρίτας, Ἀθήνα 1992,
5. Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου (σήμερα πρώην) Πατρῶν κ. Νικοδήμου (Βαλληνδρᾶ), Ἱερά Ἀκολουθία ὑπέρ προστασίας τοῦ Περιβάλλοντος, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθήνα 1993,
6. Ἠλία Οἰκονόμου, Θεολογική Οἰκολογία. Θεωρία καί πράξη, Ἀθήνα 1994,
7. Γεωργίου Μαντζαρίδου, Ἡ ἐμπειρική θεολογία στήν Οικολογία καί τήν Πολιτική, ἐκδ. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1994,
8. Χρήστου Κώνστα, Κόσμος σέ ἰσορροπία καί ἁρμονία. Οἰκολογικές ἀναζητήσεις στήν Ἁγία Γραφή, Θεσσαλονίκη 1995,
9. Θεοδώρου Ψαριώτη, Χρῆστες ἤ Καταχραστές: Ἐκκλησία καί φυσικό Περιβάλλον, ἐκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθήνα 1996,
10. Μοναχοῦ Γερασίμου Μικραγιαννανίτου, Ἱκετήριος προς τον φιλάνθρωπον Θεόν καί Σωτῆρα ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν Ἀκολουθία ὑπέρ τοῦ περιβάλλοντος ἡμᾶς στοιχείου καί εὐσταθείας πάσης κτίσεως, Θεσσαλονίκη 1997 καί
11. Πρωτοπρεσβυτέρου Παναγιώτου Καποδίστρια, Κεφάλαια Θεολογίας τοῦ Περιβάλλοντος, ἐκδ. Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ζακύνθου, Ζάκυνθος 2006.

Στό σημεῖο αὐτό εἶναι ἀπαραίτητο νά μνησθοῦμε τῶν ἀόκνων προσπαθειῶν καί τῶν συντονισμένων οἰκολογικῶν πρωτοβουλιῶν τοῦ σημερινοῦ Πρώτου τῆς Ὀρθοδοξίας, τῆς Αὐτοῦ Θειοτάτης Παναγιότητος, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, ὁ ὁποῖος, ἀμέσως μόλις ἀνέλαβε τά ἡνία τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, τό 1991, υἱοθέτησε ἀμέσως κι ἐπαύξησε κατά τόν καλύτερο τρόπο τά οἰκολογικά ὁράματα τοῦ προκατόχου του Πατριάρχου καί τοῦ Φαναρίου. Εἶναι τέτοιας σημασίας οἱ δραστηριότητές του ὑπέρ τοῦ Περιβάλλοντος, ὥστε ἡ διεθνής κοινότητα, ἀναγνωρίζοντας τήν ἀνιδιοτελῆ συνεισφορά του στήν μεγάλη ὑπόθεση τῆς εὐαισθητοποιήσεως τοῦ σύγχρονου κόσμου ὑπέρ τῶν δικαίων τῆς Κτίσεως, ἔχει δώσει πρός Αὐτόν τό χαρακτηριστικό προσωνύμιο «Πράσινος Πατριάρχης». Πολλά, διάφορα καί ὑψίστης σημασίας σκέπτεται καί πραγματοποιεῖ ὁ Παναγιώτατος, συνεπικουρούμενος ἀπό τήν περί Αὐτόν Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδο τοῦ Φαναρίου ὑπέρ τοῦ κοινοῦ στόχου. Ἐπιγραμματικῶς, ἀναφέρω:

Α. Τά πέντε Οἰκολογικά Σεμινάρια στήν Θεολογική Σχολή τῆς Χάλκης, ἤτοι:
* Τό 1ο τοῦ 1994, μέ θέμα
«Θρησκευτική ἐκπαίδευσις καί περιβάλλον»,* τό 2ο τοῦ 1995, μέ θέμα «Οἰκολογία καί Ἠθική»,* τό 3ο τοῦ 1996, μέ θέμα «Περιβάλλον καί Κοινωνία»,
* τό 4ο τοῦ 1997, μέ θέμα «Περιβάλλον καί Δικαιοσύνη» καί
* τό 5ο τοῦ 1998, μέ θέμα «Περιβάλλον καί Πτωχεία: Νομικαί Διαστάσεις καί Ἠθική Εὐθύνη».

Β. Τά ἑπτά, μέχρι σήμερα, Διεθνῆ ἐν πλῷ Οἰκολογικά Συμπόσια, ἤτοι:
* Τό Α΄, στό Αἰγαῖο καί Πάτμο, τό 1995, ἐπί τοῦ θέματος «Ἀποκάλυψις καί Περιβάλλον 95-1995»,
* Τό Β΄, στήν Μαύρη Θάλασσα, τό 1997, ἐπί τοῦ θέματος
«Θρησκεία-Ἐπιστήμη-Περιβάλλον: Ἡ Μαύρη Θάλασσα ἐν κινδύνῳ»,* Τό Γ΄, στόν Δούναβι Ποταμό, τό 1999, ἐπί τοῦ θέματος «Δούναβις: Ποταμός Ζωῆς»,
* Τό Δ΄, στήν Ἀδριατική Θάλασσα, τό 2002, ἐπί τοῦ θέματος:
«Ἡ Ἀδριατική: Μία ἀπειλούμενη Θάλασσα»,* Τό Ε΄, στήν Βαλτική Θάλασσα, τό 2004, ἐπί τοῦ θέματος «Ἡ Βαλτική Θάλασσα: Κοινή Κληρονομιά καί Εὐθύνη»,* Τό Στ΄, στόν Ἀμαζόνιο Ποταμό, τό 2006, ἐπί τοῦ θέματος «Ἀμαζόνιος: Πηγή ζωῆς» καί
* Τό Ζ΄, στήν Ἀρκτική Θάλασσα, φέτος (πρό ὀλίγων μόλις ἡμερῶν), ἐπί τοῦ θέματος
«Ἀρκτική: Ὁ Καθρέπτης τῆς Ζωῆς».
Πλήν τῶν ἀνωτέρω, ἀξίζει νά ἀναφερθοῦν δύο ἐπιπλέον κορυφαῖες στιγμές τοῦ Πατριάρχου μας:

1. Ἡ ὑπογραφή ἀπό τόν κ. Βαρθολομαῖο καί τόν μακαριστό Πάπα Ἰωάννη Παῦλο Β΄ τῆς «Διακηρύξεως τῆς Βενετίας» (Βενετία-Ρώμη, 10 Ἰουνίου 2002) καί
2. ἡ ἀπονομή στόν Πρῶτο τῶν Ὀρθοδόξων τοῦ Νορβηγικοῦ οἰκολογικοῦ Βραβείου τῆς Ὀργανώσεως Sophie γιά τό 2002, γνωστότερου ὡς «Πράσινου Νόμπελ».

Ἅπαντα τά ἀνωτέρω ἐπιβεβαιώνουν, ὅτι ὁ θεολογικός μας λόγος προβληματίζεται, σκέπτεται, συνδιαλλέγεται, εἶναι καίριος καί σαφέστατος, ὡς πρός τό δέον γενέσθαι, ἔναντι τῆς διασαλεύσεως τῆς συμπαντικῆς τάξεως, ἐξαιτίας τῆς ἀνθρώπινης βουλιμίας. Ἀπό τήν ὑπάρχουσα Βιβλιογραφία σταχυολογοῦμε θεολογικές σκέψεις-ἀπόψεις, οἱ ὁποῖες καταδεικνύουν τήν σωτήρια ἔξοδο ἀπό τόν κίνδυνο.

1. Σύμφωνα μέ Μήνυμα τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς 143ης περιόδου τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας πρός τά Μέλη τοῦ 11ου Πανελληνίου Συνεδρίου Οἰκολογικῶν Ὀργανώσεων συγκαλουμένου τό 1999 στήν Λαμία,
«(…) Ἡ χριστιανική Ἐκκλησία διαπαιδαγωγεῖ τούς ἀνθρώπους γιά τήν σωτηρία τους μέ τρόπο ὁλοκληρωμένο, πού συμπεριλαμβάνει κάθε ἀγωγή καί τήν οἰκολογική. Ἡ ἀρχαιότερη γιά τούς χριστιανούς οἰκολογική ἀγωγή εἶναι συνδεδεμένη μέ τήν σωτηριολογική ἀγωγή καί τίς δογματικές ἀρχές τῆς πίστεως, πού ἐκφράζονται ὡς λειτουργική πράξη καί ἀτομική καί κοινωνική συμπεριφορά. Ἡ οἰκολογική διάσταση τῆς Ὀρθοδόξου λατρευτικῆς πράξεως εἶναι πλουσιοτάτη, ἐμπεριεχομένη στις λατρευτικές Ἀκολουθίες τοῦ νυχθημέρου, στίς λατρευτικές τελετές τῶν 7 Μυστηρίων καί ἰδιαιτέρως στις εὐχές τῆς Θείας Λειτουργίας “Ὑπέρ εὐκρασίας ἀέρων καί εὐφορίας τῶν καρπῶν τῆς γῆς” καί στίς ὑπόλοιπες ἁγιαστικές Ἀκολουθίες.
Εἶναι ἀναμφισβήτητο γεγονός, ὅτι ἡ λησμοσύνη τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου, ὡς τοῦ τελικοῦ αἰτίου τῆς ἀφθονίας τῶν ἀγαθῶν τῆς γῆς, ὁδηγεῖ τον ἄνθρωπο στήν ἀπολυτοποίηση τῆς ἀξίας τῆς ἀφθονίας, στον θαυμασμό τῶν ἔργων του, δηλαδή, πολλάκις, σέ μιά μορφή συγχρόνου εἰδωλολατρείας. Αὐτή ἡ λατρεία ὁδηγεῖ στήν καταστροφή, γιατί ἀπολυτοποιεῖ τό σχετικό καί παραγνωρίζει τόν ἀληθινό Θεό καί Δημιουργό. (…)»
(10)

2. Κατά τόν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱερόθεο,
«Ὅποιος ἐπισκεφθῆ ὀρθόδοξα Μοναστήρια, θά διαπιστώση πολύ καλά τήν ὀρθή στάση τῶν πατέρων καί μοναχῶν ἔναντι τοῦ κόσμου, τῆς δημιουργίας καί γενικά τῆς κτίσεως. Εἶναι ἀληθινοί οἰκολόγοι, γιατί εἶναι πραγματικοί θεολόγοι. Ἡ εὕρεση καί βίωση τοῦ Θεοῦ εἶναι συγχρόνως εὕρεση καί τῆς ἀληθινῆς στάσεως ἔναντι τῆς κτίσεως. (…)
Ἡ ὀρθόδοξη οἰκολογία δέν μπορεῖ νά ἀνεξαρτητοποιηθῆ ἀπό τήν ὀρθόδοξη θεολογία καί τήν ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία, δηλαδή ἀπό τήν θεολογία περί τοῦ προσώπου τόσο τοῦ Θεοῦ ὅσο καί τοῦ ἀνθρώπου. Ὅσο ὁ ἄνθρωπος γίνεται πρόσωπο, ὅσο γίνεται ἐν Χάριτι ὑπόσταση, τόσο καί περισσότερο ἔχει σωστές σχέσεις μέ τον Θεό, τον συνάνθρωπο, τήν κοινωνία καί τό φυσικό περιβάλλον.»
(11)
3. Κατά τόν σοφό Καθηγητή μας Εὐάγγελο Δ. Θεοδώρου,
«Ἡ ἀκεραιότητα τῆς Δημιουργίας προϋποθέτει καί τήν δι’ αὐτοπροστασίας καί αὐτοκαθάρσεως συνεχῆ ἐξυγίανσι τῆς πνευματικῆς ἀτμοσφαίρας, ἡ ὁποία –κατά τή μαρτυρία τῆς ψυχοσωματικῆς Ἰατρικῆς- ἔχει ἀντανάκλασι καί ἐπιπτώσεις καί στή σωματική καί βιολογική σφαῖρα.
Ἑπομένως, γιά νά μή εἶναι ἡ παγκόσμια οἰκολογική προσπάθεια ἀτελής, συρρικνωμένη καί ἀποσπασματική, πρέπει, ἐκτός λ.χ. τοῦ Πρωτοκόλλου τοῦ Κιότο ἤ τῶν ἀποφάσεων (…) στό Παγκόσμιο Οἰκολογικό Συνέδριο Κορυφῆς τοῦ Γιοχάνεσμπουργκ, οἱ ἰθύνοντες τίς τύχες τοῦ πλανήτου μας ἤ τῶν ἐπί μέρους τμημάτων του σέ συνεργασία μέ τήν Χριστιανική Ἐκκλησιαστική Ἡγεσία νά συντονίσουν τίς προσπάθειές τους πρός δημιουργίαν κάποιου νέου Πρωτοκόλλου ἐξυγιάνσεως καί προστασίας καί τῆς πνευματικῆς ἀνθρωπόσφαιρας. Ὅσον καί ἄν τό αἴτημα αὐτό φαίνεται κάπως οὐτοπιστικό στον ἐκκοσμικευμένο κόσμο, πρέπει τοὐλάχιστον οἱ ἐκπρόσωποι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας νά τό ἐπαναλαμβάνουν συνεχῶς μέσα στις σφαῖρες τῆς ἐπιρροῆς τους. Πρέπει κάποτε νά ἀφυπνισθοῦμε καί νά συνειδητοποιήσωμε τήν ὁλότητα τῶν ὑλικοβιολογικῶν καί πνευματικῶν διαστάσεων τοῦ οἰκολογικοῦ προβλήματος.»
(12)

4. Ὁ Καθηγητής Ἀλέξανδρος Μ. Σταυρόπουλος, δικαίως καί αὐτοκριτικῶς, ἀναρωτιέται:
«(…) Ὁ ὀρθόδοξος ἄνθρωπος εἶναι τελικά “ὁ ἐν τῷ ὀλίγῳ ἀναπαυόμενος” καί ὁ “θέλων τό μή ἔχειν ὡς θέλει τις τό ἔχειν”; Σέ μία, ὅμως, παγκόσμια κοινωνία ὅπως ἐξελίσσεται τώρα μπορεῖ, βέβαια, ὁ ὀρθόδοξος λόγος νά θέλουμε νά ἔχει τη βαρύτητα ἑνός ἀκρογωνιαίου ἤ θεμελίου λίθου˙۠ ὀφείλει ὅμως νά συνεργασθεῖ μέ ἄλλους λόγους πού ἐκεῖνοι θά ἔχουν τούς “λόγους” τους γιά νά προβάλουν ἤ νά ἐπιβάλουν τίς ἀπόψεις τους. Καί εἶναι πολλοί ἐκεῖνοι πού ἀπασχολοῦνται σοβαρά σήμερα γιά τήν ἔκβαση αὐτῶν τῶν πραγμάτων καί στή χώρα μας καί στό ἐξωτερικό. (…)» (13)

5. Ὁ Καθηγητής Μάριος Μπέγζος, ὑπογραμμίζει μέ σαφήνεια:
«Ἡ θεία ευχαριστία, τό θεμελιῶδες μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας, ἐμπνέει οἰκολογικό ἦθος. (…) Ὁ ἄνθρωπος εὐχαριστεῖ τό Θεό γιά τά δῶρα καί τίς δωρεές Του, τη χάρη καί τά χαρίσματά του, δίνοντας πάλι πίσω στον Κύριο ὅ,τι Ἐκεῖνος μᾶς δώρισε. Ἔτσι μαθαίνουμε καί ἐμεῖς νά Τον μιμούμεθα, δηλαδή δηλαδή νά φερόμαστε μέ ἀγάπη καί ἐλευθερία. Ὅπως ὁ Θεός δημιουργεῖ τη φύση φύση ὡς κτίση ἀπό ἀγάπη (ὄχι ἀπό ἀνάγκη) καί μέ ἐλευθερία, ἔτσι ὁ ἄνθρωπος σέβεται τή φύση ὡς κτίση Θεοῦ, ὅπως ἀκριβῶς σέβεται τόν Κτίστη της.
Ἡ ἀσκητική παράδοση τοῦ μοναστικοῦ κοινοβίου γιά 2000 χρόνια καί ἡ κοινοκτημοσύνη τῶν πρώτων χριστιανικῶν κοινοτήτων ἐνσαρκώνουν ἄριστα τό οἰκολογικό ἦθος τῆς θείας εὐχαριστίας στήν Ἐκκλησία μέχρι σήμερα. Ἀσκητική δέ σημαίνει νά φύγουμε ἀπό τόν κόσμο, ἀλλά δείχνει πῶς μποροῦμε νά ζοῦμε μέσα στόν κόσμο χωρίς νά τόν καταστρέφουμε ἄλλο πιά. Πῶς; Μέ τήν αὐτάρκεια καί τήν ὀλιγάρκεια, δηλαδή νά ἀρκούμεθα στά λίγα, νά μήν πλεονεκτοῦμε, καί ἔτσι θά ἔχουμε ἐπάρκεια ἀγαθῶν, ὥστε ἡ φύση νά εὐτυχεῖ μαζί μας.»
(14)
Σεβασμιώτατοι Πατέρες καί Ἀδελφοί,

Ὅταν συντάσσονταν ὅλα τά ἀνωτέρω ὑπῆρχε μόνον ἡ ἐντονότατη ἀγωνία γιά τήν ἐξέλιξη καί τήν προοπτική τῶν πραγμάτων τοῦ Περιβάλλοντος. Ἐν τῷ μεταξύ, ἡ ἀγωνία μεταβλήθηκε σέ κραυγή, πόνο, θάνατο, καταστροφή ἐξ αἰτίας των ἐκτεταμένων Πυρκαγιῶν τοῦ ἐφετινοῦ Καλοκαιριοῦ. Κατ’ ἀρχήν ἡ τραγικότατη περίπτωση τῆς Πάρνηθας, μετά ἡ κατακαμένη Πεντέλη, ὕστερα πλεῖστα ὅσα μέρη τῆς πατρίδας μας καρβουνιασμένα κι ἐσχάτως ἡ κορύφωση: Τό θλιβερότατο Ὁλοκαύτωμα τῆς Νότιας Πελοποννήσου. Ὅλη αὐτή ἡ ἀποτρόπαιη κατάσταση μᾶς λυπεῖ -εἶμαι βέβαιος- ἁπαξάντες, μᾶς πληγώνει βαθύτατα, ὁδηγώντας τήν σύγχρονη Ἑλλάδα καί τόν Πολιτισμό της πολύ-πολύ πίσω, ἀλλά καί συντομότερα στό χεῖλος τῆς περιβαλλοντικῆς Ἀβύσσου.

Κατακλείοντας αὐτές μας τίς σκέψεις, ἠμποροῦμε ὡς Συνοδικό Σῶμα νά προβοῦμε σέ ὁρισμένες κινήσεις εὐαισθητοποιήσεως τοῦ πιστοῦ μας λαοῦ, δεδομένου ὅτι ὁ ρόλος μας εἶναι πνευματικός καί ἡ Ἐκκλησία μας μόνον ὡς στοργική Μητέρα δύναται νά νουθετήσει ἄρχοντες καί ἀρχόμενους. Ὁ σύγχρονος θεολογικός μας λόγος, σταχυολόγηση τουῦ ὁποίου ἀναφέρθηκε στήν παροῦσα Εἰσήγηση εἶναι ἀνάγκη να γίνει κτῆμα «πάντων καί πασῶν». Ξέχωρα ἀπό τό ὁτιδήποτε σκέπτεται ἤ ἤδη ἐφαρμόζει ὁ καθένας ἐξ ἡμῶν ἐντός τῶν ὁρίων τῆς ἐπισκοπικῆς του εὐθύνης, εἶναι ἀνάγκη νά ὑπάρξει ἕνα συνοπτικό corpus τῆς σύγχρονης «θεολογικῆς Οἰκολογίας» (15), σύμφωνα μέ τόν εὔστοχο ὅρο τοῦ Καθηγητῆ Ἠλία Οἰκονόμου. Τό συλλογικό αὐτό ἔργο θά πρέπει νά φθάσει σέ κάθε μέλος τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος καί ὄχι μόνον. Ὁ θεοπρεπής περί Οἰκολογίας λόγος μας εἶναι ἀπαραίτητο νά γνωσθεῖ ἀπό μαθητές, σπουδαστές, φοιτητές καί ὅλους τούς νέους μας, δασκάλους, καθηγητές ὅλων τῶν βαθμίδων, κατοίκους τῶν πόλεων καί τῆς ὑπαίθρου, μοναχούς, μονάζουσες, ἱερεῖς, ἀρχιερεῖς. Κλῆρο και Λαό ἐν γένει.
Διότι ἡ Γνώση ὑποψιάζει κι ἐν τέλει σώζει, ἀποδυναμώνοντας τήν κάθε εἴδους Ἀπόγνωση, ὁδηγώντας μᾶλλον στήν Ἐπίγνωση τῶν πραγμάτων τοῦ ὁρατοῦ καί τοῦ ἀόρατου Κόσμου μας, πρός δόξαν τοῦ Δημιουργοῦ τῶν Πάντων Ἁγίου Θεοῦ ἡμῶν.

Σᾶς εὐχαριστῶ γιά τήν ὑπομονή Σας!

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Λκ 12,15.
2. Μᾶς εἶχε δοθεῖ παλαιότερα ἡ εὐλογημένη εὐκαιρία νά δημοσιοποιήσουμε τίς ἀπόψεις μας ἐπί παρομοίου θέματος. Ἐκείνη τήν Ὁμιλία μας, τῆς 5ης Ἰανουαρίου 1995, ὑπό τόν τίτλο «Τά οἰκολογικά τῶν Φώτων», βλ. στό Πρωτοπρεσβυτέρου Παναγιώτου Καποδίστρια, Κεφάλαια Θεολογίας τοῦ Περιβάλλοντος, ἐκδ. Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ζακύνθου, Ζάκυνθος 2006, σσ. 137-140.
3. Βλ. Εὐαγγελίας Κουτούπα-Ρεγκάκου, Δίκαιο τοῦ περιβάλλοντος, ἐκδ. Σακκουλᾶ, Ἀθήνα-Θεσσαλονίκη 2005, σ. 6.
4. Ἑβρ 1,1.
5. Γεν 1,31.
6. Μκ 10,42.
7. Βλ. Ἰ. Μ. Χατζηφώτη, «Χρονικό 900ετηρίδος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Θεολόγου Πάτμου», Περιοδικό Ἐκκλησία 65 (1988) 603 ἑξ.
8. Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου, Μηνύματα καί Ὁμιλίαι διά τό Περιβάλλον, ἐκδ. Φανάριον, Ἀθῆναι 2002, σ. 221.
9. Βλ. ὅ.π., σ. 8 ἑξ.
10. «Μήνυμα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος πρός τά Μέλη τοῦ 11ου Πανελληνίου Συνεδρίου Οἰκολογικῶν Ὀργανώσεων Συγκαλουμένου εἰς Λαμίαν τήν 26ην Νοεμβρίου ἐ.ἔ.», Περιοδικό Ἐκκλησία 76 (1999) 728 ἑξ.
11. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου, Παρεμβάσεις στήν σύγχρονη Κοινωνία, ἐκδ. Ἱ. Μονῆς Γενεθλίου Θεοτόκου (Πελαγίας), τ. 2, 25.
12. Εὐαγγέλου Δ. Θεοδώρου, «Φαινομενολογία τῆς ἱεραρχικῆς δομῆς τῆς Κτίσεως», Περιοδικό Ἐφημέριος 51 (2002) τεῦχ. Σεπτεμβρίου, σ. 7.
13. Ἀλεξάνδρου Μ. Σταυροπούλου, «Ἕνας λόγος γιά τό περιβάλλον», ὅ.π., σ. 20.
14. Μάριου Μπέγζου, «Ὀρθόδοξη Θεολογία καί Οἰκολογία», ὅ.π., 52 (2003), τεῦχ. Νοεμβρίου, σ. 11.
15. Βλ. Ἠλία Οἰκονόμου, Θεολογική Οἰκολογία. Θεωρία και πράξη, Ἀθήνα 1994.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Οι συνεπέστεροι Αναγνώστες μας

Related Posts with Thumbnails